Ο 2oς Ποδηλατικός Γύρος Δήμου Μαραθώνα, αφιερωμένος στη μνήμη των θυμάτων της φονικής πυρκαγιάς του Ιουλίου



Ο φετινός ποδηλατικός γύρος του Δήμου Μαραθώνα είναι αφιερωμένος στη μνήμη των θυμάτων της φονικής πυρκαγιάς της 23ης Ιουλίου 2018. Το τραγικό γεγονός που σημάδεψε τον τόπο, στέρησε άδικα και βάναυσα, τη ζωή από πολίτες του δήμου, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια σε εκατοντάδες οικογένειες. Ανάμεσα στα θύματα ήταν και η οικογένεια Φύτρου, ο Γρηγόρης, η Εβίτα και ο Ανδρέας, κάτοικοι του Ματιού, οι οποίοι είχαν διακριθεί στην περσινή αντίστοιχη διοργάνωση και θρηνούν γι' αυτούς όχι μόνο οι συμπολίτες τους αλλά και η ποδηλατική οικογένεια της ΑΕΚ στην οποία ανήκαν και όλη η ποδηλατική οικογένεια της χώρας.

Σε μια προσπάθεια να μην ξεχαστούν ποτέ και από κανένα οι άνθρωποι αυτοί, αποφασίστηκε η διοργάνωση από φέτος να ονομάζεται "Ποδηλατικός Γύρος Δήμου Μαραθώνα, Γρηγόρης, Εβίτα και Ανδρέας Φύτρος".

Το αθλητικό γεγονός διοργανώνεται από την Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Μαραθώνα σε συνεργασία με τον αθλητικό σύλλογο Νέου Βουτζά "Η Πρόοδος" και κάτω από την αιγίδα του Δήμου Μαραθώνα και της Περιφέρειας Αττικής.

Σημείο εκκίνησης θα είναι η πλατεία του Μαραθώνα και τερματισμός η Αφετηρία του Μαραθωνίου δρόμου, ενώ η συμμετοχή είναι δωρεάν.
Για δεύτερη χρονιά διεξάγεται ο Ποδηλατικός Γύρος του Δήμου Μαραθώνα, από την Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου, σε συνεργασία με τον Αθλητικό Σύλλογο Νέου Βουτζά "Η Πρόοδος" και κάτω από την αιγίδα του Δ. Μαραθώνα και της Περιφέρειας Αττικής, την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018.

to e-periodiko mas

Επειδή οι ανάγκες των πυροπαθών είναι πολλές, όσοι θέλουν, μπορούν να προσφέρουν τρόφιμα τα οποία θα διατεθούν μέσω της 5ης Κατασκήνωσης. Τα τρόφιμα θα συγκεντρωθούν από τις 10 ως τις 14 Δεκεμβρίου 2018, από τις 9:00 το πρωί ως τις 2:00 το μεσημέρι στο κτίριο της Διοίκησης της ΚΕ.Δ.ΜΑ, αλλά και την ίδια μέρα του Ποδηλατικού Γύρου (16/12) στο κτίριο της Δημοτικής Κοινότητας Μαραθώνα.

Τρεις είναι οι κατηγορίες συμμετεχόντων και οι αντίστοιχες διαδρομές:

  • "Ανδρέας Φύτρος" για παιδιά ηλικίας 7 - 12 χρόνων, διαδρομή 1 χλμ, 
  • "Εβίτα Φύτρου" για εφήβους ως 16 χρόνων, διαδρομή 2,5 χλμ και 
  • "Γρηγόρης Φύτρος" για ενήλικες, διαδρομή 21,5 χλμ.

Όσοι θέλουν να συμμετέχουν μπορούν να το κάνουν με ένα από τους παρακάτω τρόπους:

  • Ηλεκτρονική εγγραφή στο https://kedmarathon-bike.gr/
  • Κατάθεση έντυπης δήλωσης στην Διεύθυνση Αθλητισμού της ΚΕ.Δ.ΜΑΑ (Λεωφ. Μαραθώνος 196, α' όροφος κτίριο Διοίκησης ΚΕ.Δ.ΜΑ)
  • Με fax στο 22940 69817 ή
  • Με e-mail στο kedmarathon@yahoo.gr
Οι υπεύθυνες δηλώσεις των γονέων ή κηδεμόνων των παιδιών που κάνουν ηλεκτρονική εγγραφή θα μπορούν να παραδίδονται στη γραμματεία την ημέρα του αγώνα.
Δηλώσεις συμμετοχής θα γίνονται δεκτές ως την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018. Την ημέρα του αγώνα δεν θα γίνονται εγγραφές.

Σε όλη τη διαδρομή θα υπάρχουν εθελοντές και μοτοσυκλετιστές για τη βοήθεια των συμμετεχόντων, ενώ τους ποδηλάτες θα ακολουθεί ασθενοφόρο όχημα και γιατρός και θα υπάρχει φυλασσόμενος χώρος ιματισμού από εθελοντές στη δημοτική κοινότητα Μαραθώνα.

Για περισσότερες πληροφορίες οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν με το 22940 69810 fax (22940 69817) ή να επισκεφθούν την ιστοσελίδα kedmarathon-bike.gr




to e-periodiko mas
4 Σχόλια

Η ομορφιά της μοναδικότητας



Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα; Η λογική θα μου απαντήσετε αμέσως και ασφαλώς έχετε δίκιο. Όταν όμως οι πράξεις των ανθρώπων στερούνται λογικής, αυτό τους εξομοιώνει με τα ζώα; Μπορεί να είναι αφελές το ερώτημα, αλλά τα γεγονότα πολλές φορές, σε κάνουν να αναρωτιέσαι...

Έχουν λεχθεί τόσα πολλά για το πρόβλημα του bullying, που δεν ξέρω αν μπορώ να πω κάτι παραπάνω ή διαφορετικό και μάλλον δεν χρειάζεται. Ναι, πραγματικά δεν χρειάζονται άλλα λόγια. Έχουν ειπωθεί όλα!!!

Πράξεις χρειάζονται! Πράξεις αποτροπής τέτοιων τραγικών φαινομένων! Το πως θα γίνουν τα λόγια πράξη, αυτό ίσως είναι το δυσκολότερο, αλλά εδώ που έφτασαν τα πράγματα δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως κάθε λέξη και κάθε πράξη της καθημερινότητάς μας, γίνεται παράδειγμα τρόπου σκέψης και ζωής στα παιδιά μας. Εμείς πρέπει να αλλάξουμε. Εμείς πρέπει να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη και το σεβασμό που χάσαμε, ως άνθρωποι και ως κοινωνία και ίσως και ως γονείς.

Δεν δικαιούμαστε να μην ξέρουμε. Δεν δικαιούμαστε να αμελούμε. Δεν έχουμε δικαίωμα σε άλλα λάθη. Είναι ήδη πολλά και τα βλέπουμε γύρω μας, όχι μόνο στο bullying... Εμείς δεν είμαστε που αντικαταστήσαμε την παρουσία μας στο πλευρό των παιδιών μας με αντικείμενα; Εμείς δεν είμαστε που ταυτίσαμε το "σ' αγαπώ" με το "σου αγοράζω"; Εμείς δεν είμαστε που χάσαμε την ουσία;...


Μην πολεμάς τη διαφορετικότητα. Ό,τι δεν σου μοιάζει, δεν σημαίνει ότι σε απειλεί.

Δεν γίνεται να είμαστε όλοι ίδιοι. Ούτε τα δάχτυλα των χεριών μας δεν είναι ίδια.

Βία δεν είναι μόνο το ξύλο. Βία είναι και η απόρριψη, η απομόνωση και ο εκφοβισμός.

Όταν οδηγούμε βρίζοντας, μαθαίνουμε στα παιδιά μας να βρίζουν.

Όταν διαφωνούμε με κάποιον και τον αποκαλούμε βλάκα, μόνο και μόνο επειδή δεν καταφέραμε να τον πείσουμε, μαθαίνουμε στα παιδιά μας, τη δική τους αδυναμία να την φορτώνουν στους άλλους.

Τα πράγματα είναι απλά, εμείς τα κάνουμε περίπλοκα θέλοντας να ωραιοποιήσουμε τους φόβους και τις αδυναμίες μας. Ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, ό,τι δεν μας μοιάζει, ό,τι ξεχωρίζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σπεύδουμε να το χλευάσουμε, να το μειώσουμε, να το εξαφανίσουμε, αντί να σκεφτούμε... πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς τα χρώματα; Πώς θα ήταν η γη με ολόιδια λουλούδια; Πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς τη μοναδικότητα;...







to e-periodiko mas
8 Σχόλια

"Η σκάλα του ουρανού" της Ηλιάνας Βολονάκη, κυκλοφορεί και η συγγραφέας μιλά στο e-periodiko mas!



Ένα νέο βιβλίο της Ηλιάνας Βολονάκη μας παρουσιάζουν οι εκδόσεις Bookstars. Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με τίτλο "Η σκάλα του ουρανού". Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο, θα σας βάλει στο κλίμα...

"Σύρθηκε ως τη πόρτα της κάμαρης του παππού. Στις παλάμες του έσφιγγε το μυστικό κλειδί. Το εναπόθεσε στη κλειδαρότρυπα και εισχώρησε στο εσωτερικό. Του φάνηκε η σκιά του να περιπλανιέται στο χώρο. Μετά από τόσα χρόνια, άνοιξε τα παραθυρόφυλλα. Δυνατός αέρας μπήκε και φύσηξε την κουρτίνα. Το μπαουλάκι στην άκρη του κρεβατιού σκεπασμένο με ένα σεμέν. Γονάτισε και το ξεσκέπασε. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του. Φωτογραφίες, γράμματα, ημερολόγια… βρίσκονταν εκεί μέσα. Ασυναίσθητα χαμογέλασε. Ανάμεικτα συναισθήματα γέμισαν τα σπλάχνα του.
"Κασταλία", μουρμούρισε καθώς είδε την φωτογραφία της και από πίσω η αφιέρωση: ευχαριστώ. Δαγκώθηκε, να μην ουρλιάξει. Βοήθεια, θέλησε, να φωνάξει. Τα μάτια του σκούρυναν, βάθυναν. "Γιατί σ’ εμένα όλα αυτά;"  Αναρωτιόταν ρίχνοντας τη ματιά του, στον απέναντι καθρέπτη. Πιο γερασμένος, του φάνηκε. Είχαν κιόλας γκριζάρει τα μαλλιά του. Γοητεία, θα έλεγε ο αδερφός του, βάσανα, θα σχολίαζε, ο ίδιος.
Ήταν ο μεσαίος από τα τρία αδέρφια. Ο πιο ευαίσθητος. Ούτε κατάλαβε πώς μπλέχτηκε σε εκείνο το φονικό.
Πόση σιωπή τον τύλιξε;
Πόση απόσταση δημιουργήθηκε ανάμεσα στα αδέρφια;
Κι όλα αυτά, για μια γυναίκα.
Αλήθεια, πόσα χρόνια είχε να τους δει;
Κανείς τους δεν ζούσε, τώρα πια.
Το σπίτι στην Ελλάδα, ερήμωσε. "Κρίμα", λυπόντουσαν οι γείτονες. "Εξαναγκασμός", διαμαρτυρόταν ο Σωσίπατρος."

Με αφορμή το βιβλίο αυτό, είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί της. Διαβάστε τι μου είπε:

Κυρία Βολονάκη, έχετε γράψει συνολικά επτά βιβλία από τα οποία τα πέντε απευθύνονται σε ενήλικες και πραγματεύονται κοινωνικά θέματα, το ένα απευθύνεται σε παιδιά και τώρα, το έβδομο είναι αστυνομικό. Θεωρείτε πως η αστυνομική λογοτεχνία είναι ένα ξεχωριστό είδος και τι σας έκανε να καταπιαστείτε με αυτό;
Η αστυνομική λογοτεχνία είναι πολύπλοκη υπόθεση, δεν είναι μόνο ο φόνος, η ανατροπή… Αλλά και ο παλμός του κάθε ήρωα, διότι ο καθένας ευθύνεται, για την αρχική κατάσταση.

Υπάρχει κοινός παρανομαστής στα βιβλία σας, θεωρώ. Με μια γρήγορη ματιά θα έλεγα πως σε όλα, η αγάπη είναι πρωταγωνίστρια. Για σας, η αγάπη είναι προϋπόθεση ή ζητούμενο ζωής;
Χωρίς αγάπη, δεν υπάρχουμε! Θεωρούμαστε άδειες ψυχές, κενά σώματα!

Διαβάζοντας το σύντομο βιογραφικό σας, διαπίστωσα πως είστε βραβευμένη. Τι σημαίνει για σας ένα βραβείο;
Δεν συνηθίζω, να μιλάω γι’ αυτό, αλλά θα σας απαντήσω, το εξής: Υπάρχω, επειδή υπάρχουν, δηλαδή: οι δικές μου αξίες, έχουν κοινό παρονομαστή, τις αξίες των άλλων!

Το γεγονός ότι ζείτε στην επαρχία πόσο σας επηρέασε ως άνθρωπο πρωτίστως και έπειτα ως συγγραφέα;
Στην επαρχία, η ζωή είναι διαφορετική! Επηρεάζει θετικά, αλλά και αρνητικά, όπως και σε μια πόλη. Βέβαια, η επαρχία, δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα και πάνω απ’ όλα, έχει ηρεμία!
Ως άνθρωπος, αλλά και ως συγγραφέας, δεν είναι το μέρος που μένεις, αλλά η στιγμή, που σε καθορίζει, στο: τι θα γράψεις εκείνη τη περίοδο!

Σε μια συνέντευξή σας δηλώσατε πως, αν μπορούσατε θα σβήνατε από τον κόσμο την αδικία. Πιστεύετε πως οι γυναίκες στις μέρες μας εξακολουθούν να έρχονται αντιμέτωπες με την αδικία όπως παλιότερα;
Δεν έχει αλλάξει τίποτα, από την εποχή του: τότε!
Καθότι μάλιστα, δίπλα στις καταπιεσμένες γυναίκες, λέω: να μην φοβούνται, να τολμούν! Η αδικία, πάντα, θα υπάρχει, στο χέρι μας, είναι όμως, σαν γυναίκες, να μην το επιτρέψουμε!
Καταγγέλλουμε τη διαφθορά και ζούμε ελευθέρα!
Ο φόβος, είναι κακός σύμβουλος!

Θεωρείτε πως η τεχνολογία και τα social media ενισχύουν ή μειώνουν το ενδιαφέρον των ανθρώπων για ανάγνωση; 
Η τεχνολογία, για έμενα είναι απλά: ένα μέσο  πληροφοριών!
Δυστυχώς, οι άνθρωποι, έχουν ξεχάσει την επικοινωνία, είναι προσκολλημένοι σε μια οθόνη και ξεχνούν τα όμορφα πράγματα της ζωής!

Παρατηρείτε κι εσείς μια τάση των χρηστών των social media να έλκονται από τις φωτογραφίες και τα μικρά κείμενα, περισσότερο από το διάβασμα ενός βιβλίου ή ενός μεγάλου κειμένου στο διαδίκτυο; Πώς νομίζετε ότι μπορεί αυτό να αλλάξει;
Συμπληρώνω, με την παραπάνω απάντησή μου: οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων, οι περισσότεροι θα έλεγα, ενδιαφέρονται, για γνώμη του άλλου και όχι, τί τους ενδιαφέρει πραγματικά!

Θα δεχόσαστε να γράψετε ένα e-book;
Δεν το έχω σκεφθεί! Δεν είμαι κατά, αλλά μου αρέσει η μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού!
Εκτός αυτού, τα βιβλία μένουν και σε επόμενες γενιές. Οι υπολογιστές; Ξέρουμε, αν καταστραφούν;
Έχουμε, άραγε, αναρωτηθεί, πως θα είναι η ζωή μας, μηχανικά;

Κλείνοντας, αφού σας ευχαριστήσω θερμά γι’ αυτή την κουβέντα, θα ήθελα μια συμβουλή για όσους «ταξιδεύουν» γράφοντας και μια ευχή για τη χρονιά που έρχεται.
Μια ζωή χωρίς άγχος και αντοχή, για τα δύσκολα που ακόμα έρχονται!


Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ηλιάνα Βολονάκη, γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά μετακόμισε στο Μεσολόγγι. Εργάστηκε, στο παρελθόν σε παιδικό σταθμό. Σπούδασε τραπεζικό στέλεχος και οργάνωση γραφείου. Την κέρδισε όμως, η λογοτεχνία και η αρθρογραφία.
Είναι βραβευμένη συγγραφέας, μάλιστα το βιβλίο της: Λευκά περιστέρια, ήταν υποψήφιο για βραβείο αναγνωστών, καθώς έχει, τιμηθεί, με πολλές διακρίσεις.
Είναι μέλος της εθνικής εταιρείας Ελλήνων λογοτεχνών Κύπρου, γνωστή μάλιστα, για τη δράση της, στη βία κατά των γυναικών και κοντά στα άτομα με καρκίνο.
Πιστεύει, πως οι γυναίκες, έχουν, όλες δικαίωμα στη μόδα, γι’ αυτό και δεν αντέχει τις διακρίσεις, λέγοντας: Είσαι γυναίκα… Είσαι δύναμη.
Ο φωτογραφικός φακός, τη λατρεύει, γι’ αυτό, έχει τιμήσει, πολλές βιομηχανικές αυτοκρατορίες ρούχων, κοσμημάτων και ένα σωρό άλλων.
Κρατάει χαμηλό προφίλ, πάντα απλή και χαμογελαστή.

Θέλω να πιστεύω ότι βοήθησα να τη γνωρίσουμε όλοι, λίγο καλύτερα!



to e-periodiko mas
3 Σχόλια

Το παγκάκι



Κάποτε ήμουν δέντρο. Είχα ρίζες και κλαδιά. Στα φυλλώματά μου φώλιαζαν πουλιά. Έκοψαν το κορμί μου σε σανίδες και μαδέρια. Τα έψησαν στο φούρνο. Νόμιζα ότι δε θα μείνει τίποτα από μένα παρά στάχτες κι αποκαΐδια, όμως ήταν ένα καθαρτήριο ψήσιμο. Το έκαναν για να σκοτώσουν τα μαμούνια που έσκαβαν μέσα μου τα επίμονα λαγούμια τους. Να σκοτώσουν κάθε ίχνος ζωής. Απ’ τη ζωή και την υγρασία ποτίζεσαι, χαλάς, διαλύεσαι, τρυπάς, μουχλιάζεις, σαπίζεις και πεθαίνεις. Εγώ έπρεπε ν’ αντέξω. Έβγαλαν τα κομμάτια μου από το φούρνο και τα κάρφωσαν σταυρωτά. Έγινα παγκάκι. Πάλι καλά. Άλλα αδέλφια μου έγιναν φέρετρα. Μετά από τόση περιποίηση, πλάνισμα και λουστράρισμα περίμεναν μεγαλεία, ονειρεύονταν σαλόνια, σκρίνια και τραπεζαρίες. Δε μπορούσαν να φανταστούν. Τα ξερίζωσαν για να τα χώσουν πάλι στο χώμα, ολόκληρα. Εγώ έγινα παγκάκι. Ένα παγκάκι πλάι στη θάλασσα. Εδώ στην άκρη της παραλίας, δίπλα στο λευκό εκκλησάκι, κάτω από τούτο το παράξενο δέντρο που οι ρίζες του ρουφάνε αρμυρό νερό και τα πουλιά δεν το πλησιάζουν. Πάλι καλά. Τουλάχιστον δε μου απολείπει η μουσική. Τότε είχα τα πουλιά, τώρα έχω τα κύματα.

Περνάω την ώρα μου ζυγίζοντας ανθρώπους, τους ανθρώπους που κάθονται πάνω μου. Αυτούς και τον αέρα ανάμεσά τους. Είναι τόσα που καταλαβαίνει κανείς απ’ τον τρόπο που κάθεται ένας άνθρωπος πάνω σ’ ένα παγκάκι, ιδίως όταν αυτός ο κανείς είναι το ίδιο το παγκάκι. Άλλοι κάθονται έτοιμοι να πετάξουν, ίσα που ακουμπάει ο πισινός τους πάνω μου. Άλλοι σωριάζονται ασήκωτοι λες και κουβαλάνε κι άλλους πολλούς πάνω στα γόνατά τους. Άλλοι με κεραίες τεντωμένες, χαϊδεύουν το ξύλο, μυρίζουν τη θάλασσα, ακούνε τον αέρα, όλα γύρω τους θέλουν να τα ρουφήξουν. Κι άλλοι με σκυμμένο το κεφάλι ίσαμε τη γη, δε μυρίζουν δεν ακούν και δε βλέπουν τίποτα, έχουν πολύ θόρυβο οι ίδιοι μέσα τους, σφίγγονται, στριφογυρνάνε κι ολοένα βγάζουν τριξίματα, ζουζουνίσματα και βογγητά. Άνθρωποι μόνοι κι όμως οι μοναξιές τους διαφέρουν. Πότε μοιάζει με κενό ανάλαφρο η μοναξιά, με λευκό συννεφάκι που πλέει πάνω σε γαλανό ουρανό και πότε το κενό είναι αβάσταχτο, μοιάζει με σκοτεινή βαριά ομίχλη που σε πνίγει.

Καταλαβαίνω πολλά. Ακόμα κι όταν το μυαλό τους ταξιδεύει σε μέρη μακρινά, εγώ, ένα κούτσουρο καρφωμένο στο χώμα, που δε μπορώ να κάνω ούτε βήμα, είναι σα να ταξιδεύω λίγο μαζί τους και να περνάω φευγαλέα απ’ τα μέρη τους. Όταν πάλι κάθονται δυο δυο πάνω μου, έχω πολύ δουλειά. Κάθονται συχνά ζευγάρια, γονείς με τα παιδιά τους, φίλοι και γνώριμοι, ξένοι και άγνωστοι. Τότε, πιο πολύ απ’ τον καθένα ξεχωριστά, ζυγίζω τον αέρα ανάμεσά τους. Τις φωνές και τ’ αγγίγματά τους. Κάποτε και με τον άλλο δίπλα κάθεται ο καθένας μονάχος. Πιο μόνος κι από μόνος. Σα να μην υπάρχει ο άλλος πλάι του. Το κενό ανάμεσά τους είναι τείχος από βράχια που δεν αφήνει τίποτα να περάσει. Άλλες φορές όμως το κενό είναι ηλεκτρισμένο, βροντάει και πάλλεται, αστραπές τρέχουν από τον έναν στον άλλο. Αυτές οι αστραπές πρέπει να είναι τα συναισθήματα. Αγάπη, μίσος, ζήλια, οργή, αγωνία... Έχω μάθει κι εγώ να τα αναγνωρίζω, χωρίς να τα νιώθω.

Πιο πολύ μ’ αρέσουν οι ερωτευμένοι. Αυτοί πάνε να το στριμώξουν το κενό μεταξύ τους, να το καταργήσουν, όμως δεν το καταφέρνουν παρά στιγμιαία. Αγκαλιάζονται σφιχτά, κολλάνε τα στόματά τους, τα σώματά τους, μπλέκουν χέρια και πόδια, χώνεται ο ένας στις εσοχές του άλλου. Λες και θέλουν ν’ ανταλλάξουν τους χυμούς και τα σαράκια τους. Λες και θέλουν να κάνουν το μέσα έξω, να κυκλοφορήσει το αίμα από τον ένα στον άλλο χωρίς φραγμούς κι εμπόδια. Έχω δει δέντρα με μπλεγμένους κορμούς να το πετυχαίνουν αυτό. Οι καημένοι οι άνθρωποι, μόλις χαλαρώνουν λιγάκι το αγκάλιασμα, το κενό φουσκώνει πάλι ανάμεσά τους σα σφουγγάρι όταν σταματάει το σφίξιμο. Ακόμα κι έτσι όμως, για τόσο λίγο, μ’ αρέσει. Καμιά φορά νοτίζομαι κι εγώ απ’ τους χυμούς τους. Θυμάμαι τότε τους δικούς μου χυμούς, τα νιάτα μου, τα πράσινα φυλλαράκια και τη δροσιά της Άνοιξης. Ακόμα κι όταν λένε και ξαναλένε τις ίδιες χαζομάρες και χαράζουν πάνω μου καρδιές και βέλη κι άλλες ανοησίες έχουν το γούστο τους, δε με πληγώνουν, μόνο ξυπνάνε μέσα μου παλιά ρίγη. Γνώρισα όμως και δυο ζευγάρια δίχως κενό ανάμεσά τους που δεν ήταν ερωτευμένα.

Κάθε καλοκαίρι έρχεται πολύς κόσμος ίσαμε εδώ, για τη θάλασσα. Η παραλία γεμίζει αυτοκίνητα και ο αέρας βρομάει. Καμιά φορά κάθονται τρεις, τέσσερεις και πέντε μαζί πάνω μας για να χωρέσουν. Οι πιο πολλοί κυλιούνται πάνω στην αμμουδιά και τσαλαβουτάνε στα ρηχά. Κάνουν πολύ φασαρία. Λέω αμάν πότε να φύγουν, να ησυχάσουμε όλοι, ο αέρας, τα κύματα, τα βράχια κι εμείς τα παγκάκια. Όμως πέρσι το καλοκαίρι δεν ήρθε πολύς κόσμος. Ακόμα και το πηγαινέλα των πλοίων στη θάλασσα είχε λιγοστέψει. Τα μηνύματα που έπιανα απ’ τη μεγάλη πόλη μιλούσαν για δυσκολίες και προβλήματα. Το καταλάβαινα απ’ τα λόγια και τη σκυθρωπιά τους κι ας μην ήξερα από πού έρχεται ο καθένας. Η παραλία το κατακαλόκαιρο είχε τόσο κόσμο όσο και το προχωρημένο φθινόπωρο. Κι όταν βράδιαζε απλωνόταν παντού μια μελαγχολία. Κανείς δεν ερχόταν για να κάτσει πάνω μου, ίσα ν’ αγναντέψει τη θάλασσα, να γαληνέψει και να φύγει. Ήρθαν αρκετοί ψαράδες που δεν είχαν μάτια παρά μόνο για τα ψάρια και τ’ αγκίστρια τους. Ήρθαν και λιγοστές παρέες από νέους, νυχτιάτικα, λες και κρύβονταν από κάποιους. Έπιναν, κάπνιζαν και οι κουβέντες τους ήταν πολύ θυμωμένες. Μια νύχτα άρχισαν να μας κλοτσάνε, εμάς τα παγκάκια που δε τους φταίξαμε σε τίποτα. Ένα από μας το ‘σπασαν και το ‘καψαν. Έμεινε ένα λοφάκι μαύρη στάχτη και σκουριασμένες πρόκες πάνω στα βότσαλα. Ήρθε κι εκείνη με τ’ αμάξι της, ένα σαραβαλάκι γεμάτο νάιλον σακούλες. Το πάρκαρε δίπλα μου και δεν το ξανακούνησε το υπόλοιπο καλοκαίρι.

Δεν ήταν ούτε νέα, ούτε όμορφη. Όμως είχε κάτι. Ένα ενδιαφέρον πρόσωπο, σκαμμένο. Έβγαλε απ’ τ’ αυτοκίνητο ένα χαλάκι και το ‘στρωσε πάνω μου. Την πέρασα για παράξενη, μια μυγιάγγιχτη που δεν βλέπει πέρα απ’ τον πισινό της. Όμως το χαλάκι δεν ήταν για κείνη. Ένα σκυλί βγήκε απ’ τ’ αμάξι, έτρεξε λίγο πέρα δώθε και μετά πήδηξε και στρώθηκε επάνω του. Ένα συμπαθητικό ζώο, ούτε μεγάλο, ούτε μικρό, σγουρομάλλικο, ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της, γκριζοκάστανο. Αυτή κάθησε δίπλα του, στην άλλη μεριά μου. Έτσι πέρασε το καλοκαίρι.

Κάποιοι έβλεπαν το σκυλί και γκρίνιαζαν πως λερώνει την παραλία. Εκείνη δεν τους άκουγε κι όταν άκουγε απαντούσε ευγενικά. Μα δε βλέπετε, ούτε στο παγκάκι δεν ακουμπάει, έχει το χαλάκι του. Κι είχε δίκιο. Ούτε μια φορά δε σήκωσε το πόδι του καταπάνω μου, να με μουσκέψει με το κάτουρό του, όπως κάνουν τα περισσότερα σκυλιά μόλις με βλέπουν. Ευγενικό και νοικοκυρεμένο σαν την κυρά του. Καμιά φορά κάποιος έπαιρνε θάρρος και τη ρωτούσε πώς βρέθηκε εδώ και πού κοιμάται τη νύχτα. Μεγάλη ιστορία, πού να σας τη λέω, ευτυχώς μου έμεινε το αυτοκοίμητό μου, έλεγε εκείνη κι έδειχνε το σαράβαλο, ενώ με το άλλο χέρι έτριβε τρυφερά τα σανίδια μου. Σε μένα κοιμόταν. Τη νύχτα έστρωνε ένα μεγαλύτερο χαλί και ξάπλωνε η ίδια πάνω του. Το σκυλί κοιμόταν κουλουριασμένο στα πόδια της. Πεταγόταν στον παραμικρό ήχο. Ούτε κουνούπι δεν άφηνε να την πλησιάσει. Όλη νύχτα πάνω μου κι οι δυο, τα όνειρά τους πάνω στα όνειρά μου, ανακατεύονταν. Σα να μας ονειρευόταν όλους μαζί κάποιος άλλος. Έτσι κατάλαβα ότι είχαν καεί κι αυτοί κι είχαν ορφανέψει από φυλλώματα και ρίζες, πουλιά και κελαϊδίσματα.

Ξυπνούσαμε με τον ήλιο. Μόλις που ξεμυτούσε η πρώτη αχτίνα. Βουτούσαν κι οι δυο στη θάλασσα. Γυμνοί. Το σκυλί έβγαινε και τιναζόταν. Εκείνη περιποιόταν τον εαυτό της στη βρύση πλάι στην εκκλησία. Πλενόταν και σκουπιζόταν. Ντυνόταν και χτενιζόταν. Καμιά φορά περιποιόταν και την εκκλησία. Σκούπιζε, ξεσκόνιζε και σφουγγάριζε. Καθάριζε κι άναβε τα καντήλια. Μετά ερχόταν σε μένα. Μάζευε το χαλί το τίναζε, το δίπλωνε και το ‘βαζε στο αυτοκίνητο. Έβγαζε το στρωσίδι για το σκύλο. Μάζευε τα σκουπίδια που άλλοι είχαν πετάξει γύρω μου και μετά καθόταν στη θέση της. Στην παραλία δεν υπήρχε ακόμα ψυχή.

Είχε ένα χοντρό και βαρύ, μαύρο βιβλίο που διάβαζε. Πότε πότε σήκωνε το κεφάλι της απ’ τις σελίδες του, κοίταζε τον ορίζοντα κι έκανε το σταυρό της. Ή μουρμούριζε κάτι που έμοιαζε με τους ήχους που έρχονται καμιά φορά από την εκκλησία, τις ψαλμωδίες. Άπλωνε το χέρι της και χάιδευε το σκυλί. Το σκυλί έλιωνε σε κείνο το χάδι και κολλούσε στο χέρι της. Γίνονταν ένα. Όσο εκείνη ήταν αφοσιωμένη στο διάβασμα δεν τη διέκοπτε. Άμα ήθελε να κατουρήσει ή να ξεμουδιάσει λιγάκι, κοίταζε πρώτα γύρω να δει αν υπάρχει κόσμος. Μετά την κοιτούσε, τη ρωτούσε μ’ ένα σιγανό γάβγισμα, περίμενε να το κοιτάξει και κείνη ή να χαμογελάσει χωρίς να πάρει τα μάτια της απ’ αυτό που έκανε και τότε πηδούσε απ’ το παγκάκι. Όταν πάλι σηκωνόταν εκείνη για να πάει κάπου, του ‘ριχνε μια ματιά, περίμενέ με, και το σκυλί απαντούσε μ’ ένα γάβγισμα, θα σε περιμένω πάντα. Όταν πήγαινε βόλτα το έπαιρνε μαζί της και βάδιζαν πλάι, πλάι.

Έτρωγαν μαζί. Μοιράζονταν το ψωμί και το τυρί που έφερνε η γυναίκα απ’ την ταβέρνα. Πολλές φορές είχαν και τα τυχερά τους. Είχαν περισσέψει ωραία φαγιά για κείνη και κόκαλα κρεατωμένα για το σκυλί.

Το σκυλί δεν ξανάμπαινε στη θάλασσα την υπόλοιπη μέρα. Εκείνη βουτούσε καμιά φορά, όταν έσφιγγε η ζέστη και μετά ξάπλωνε πάνω στα βότσαλα για να στεγνώσει. Έμπαινε στο νερό με το φουστάνι που φορούσε, πάντα το ίδιο. Οι άλλοι φορούσαν τα μαγιό τους και την κοιτούσαν παραξενεμένοι. Έτσι με το φουστάνι μπήκε στη θάλασσα κι όταν ακούστηκε η φωνή που φώναζε βοήθεια. Κοντά στα βραχάκια κάποιος χαροπάλευε. Στο εκκλησάκι γινόταν λειτουργία κι ήταν μαζεμένος μπόλικος κόσμος, στολισμένος, με ρούχα και παπούτσια που άστραφταν. Ίσως γι αυτό δεν αντέδρασε κανείς. Δεν ήθελε να τα χαλάσει, να τα λερώσει και πού να βρει άλλα μετά. Όλοι είχαν μείνει ακίνητοι σαν ξύλα και μόνο η γυναίκα πετάχτηκε κι έπεσε στο νερό. Από πίσω της κι ο σκύλος. Έφτασε τον άνθρωπο που πνιγόταν, τον έπιασε απ’ το μπράτσο και τον τραβούσε έξω προς τα βράχια. Αυτός την τραβούσε προς τα μέσα. Φαινόταν να μη θέλει να βγει κι ας ήταν αυτός που είχε φωνάξει βοήθεια. Ο σκύλος κολυμπούσε γύρω τους, σήκωνε το κεφάλι προς τον κόσμο και γάβγιζε. Εκείνοι παρακολουθούσαν από μακριά και σταυροκοπιόντουσαν. Τι το ‘θελε ο χριστιανός το κολύμπι την ώρα της λειτουργίας, είπε κάποιος. Και κάποιος άλλος, μα απαγορεύεται να μπαίνουν τα ζώα στη θάλασσα, τη μολύνουν. Βγήκε κι ο παπάς έξω και τους μάλωσε, αφήστε τους σταυρούς κι άντε πηγαίνετε να βοηθήσετε. Στο μεταξύ η γυναίκα τον είχε ακουμπήσει στα βραχάκια. Το σκυλί όλη την ώρα γάβγιζε.

Όταν όλα ησύχασαν, ήρθαν και κάθησαν στη θέση τους. Ένιωσα το τρέμουλό της. Μου φάνηκε πολύ κουρασμένη, σα να είχε βαρύνει απότομα. Το σκυλί στριμώχτηκε στα πόδια της. Τα έτριβε με τη μουσούδα του. Έγλειφε τα χέρια της. Εκείνη το χάιδευε. Καμιά φορά το χέρι της απλωνόταν παραπέρα και χάιδευε και μένα, το ξύλο μου. Όπως καταλαβαίνετε, είχαμε γίνει τρίο. Τους είχα συνηθίσει τόσο πολύ που μου έλειψαν όταν εξαφανίστηκαν.

Έφυγαν το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθαν. Με τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου, όταν η υγρασία άρχισε να περονιάζει. Εκείνη είχε αρχίσει να βήχει. Έβγαζε απ’ τ’ αυτοκίνητο μια κουβέρτα και την έριχνε επάνω τους τη νύχτα. Την έπιανε όμως ένας δυνατός βήχας, τόσο που τρανταζόμουν κι εγώ μαζί της. Το σκυλί τραβούσε με το στόμα του την κουβέρτα προς το μέρος της, για να τη σκεπάσει καλύτερα. Κανείς από τους τρεις μας δε μπορούσε να κοιμηθεί τότε. Σκέφτηκα ότι θα πήγαν να βρουν απάγκιο κάπου αλλού, πιο στεγνά. Μετά από τόσο στενή επαφή και συναναστροφή η μοναξιά με πείραξε κι ας είμαι από ξύλο. Ευτυχώς είχαν αρχίσει να έρχονται τα δύο γερόντια.

Έρχονταν τα φθινοπωρινά πρωινά, κοντά στο μεσημέρι. Στηρίζονταν σε ξύλινα μπαστούνια κι έφερναν μαζί τους ένα ξύλινο κουτί. Τάβλι το έλεγαν. Μέσα είχε πούλια και ζάρια. Έπιαναν τις άκρες μου και στη μέση έβαζαν το κουτί. Έπαιζαν με τις ώρες. Ντάγκα ντούγκα τα ζάρια, γκάπα γκούπα τα πούλια, ούτε τα κύματα δε μ’ άφηναν ν’ ακούσω, όμως δε με πείραζε. Μπορεί να ‘ταν το κουτί ανάμεσά τους, μπορεί τα ζάρια με το πηγαινέλα τους, μπορεί οι κουβέντες και οι σιωπές τους, κενό δεν υπήρχε. Φώναζαν και βρίζονταν σαν τα παιδιά όταν παίζουν το παιχνίδι που το λένε πόλεμο. Πάλι κλέβεις, έλεγε ο ένας. Κι ο άλλος, παλιόγερε, θα σε φάω, έχεις πεθάνει και δεν το ξέρεις. Αυτός που κέρδιζε έλεγε τον άλλο ψοφάλογο κι αυτός που έχανε απατεώνα. Κι όλο άλλαζαν ρόλους. Καταλάβαινα ότι οι βρισιές ήταν κομμάτι αυτού του περίεργου παιχνιδιού, όπως τα πούλια και τα ζάρια. Καμιά φορά, ο ένας γέρος έμενε στη μέση μιας ζαριάς, σα να χανόταν μέσα σ’ ένα όνειρο. Ο άλλος δεν τον ξυπνούσε. Μπορεί και κείνος να ‘μπαινε στο ίδιο όνειρο. Περίμενε να επιστρέψει από μόνος του για να συνεχίσουν το παιχνίδι.

Άλλοτε πάλι βροντούσαν το κουτί να κλείσει και κοίταζαν τη θάλασσα. Έπαιζαν ένα άλλο παιχνίδι τότε. Βλέπεις εκείνον εκεί το γλάρο. Ποιο γλάρο, το αεροπλάνο λες; Εσύ βλέπεις εκείνη τη βαρκούλα; Ποια βαρκούλα, αυτό είναι βαπόρι ολόκληρο. Ποτέ δε συμφωνούσαν στο τι έβλεπαν. Μόνον όταν σώπαιναν, συμφωνούσαν. Μπορούσαν να κάτσουν για πολύ ώρα σιωπηλοί, ο ένας δίπλα στον άλλο, αλλά και τότε ακόμα ο αέρας ανάμεσά τους δεν τους χώριζε, τους ένωνε. Όταν μιλούσαν, μιλούσαν παράλληλα. Λες και μίλαγε ο καθένας με τον εαυτό του. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Θυμάσαι… τότε που ήμουν… τότε που πήγαμε… εκείνο το κορίτσι… η μάνα μου… ο πατέρας… έκλαιγα… μαμά... Τα λόγια τους με νανούριζαν.

Το μεσημέρι που σηκώνονταν να φύγουν, πιασμένοι από το πολύ καθισιό, έτριζαν και παραπατούσαν πάνω στα βότσαλα. Έλεγα τώρα θα πέσει κανείς τους και θα γίνει θρύψαλα. Στηρίζονταν πάνω μου, πάνω στα μπαστούνια τους, ο ένας πάνω στον άλλο κι έπαιρναν το δρόμο αργά αργά.

Ένα βροχερό πρωί δε φάνηκαν. Ούτε και τις επόμενες μέρες. Θα λούφαξαν κι αυτοί κάπου, να ξεχειμωνιάσουν, σκέφτηκα. Ποιος ξέρει, μπορεί με την καλοκαιρία να ξαναφανούν. Και τα γερόντια και η γυναίκα και το σκυλί. Είχα μια κρυφή ελπίδα. Δεν ήθελα να πιστέψω ότι τους είχα χάσει για πάντα. Μου είχαν μάθει ένα καινούριο αίσθημα. Τη συντροφικότητα.

Όταν ο καιρός άνοιξε και τ’ αλμυρίκι πάνω μου γέμισε ροζ ανθάκια, άρχισα να τους περιμένω και να τους ψάχνω. Λίγος κόσμος κατέβαινε στην παραλία και φέτος. Παρκάρανε τ’ αμάξια τους και βγάζαν τα παιδιά τους και τα σκυλιά τους βόλτα. Καμιά φορά έφερναν και γέρους μαζί τους, να πάρουν τον αέρα τους. Κανένα αμάξι δεν έμοιαζε με τ’ αυτοκοίμητό της και κανένα σκυλί με το δικό της. Και οι φάτσες οι ανθρώπινες δεν έμοιαζαν ούτε με κείνη ούτε με τα δυο γεροντάκια.

Πρώτα είδα το σκυλί. Ήρθε κοντά μου, μύριζε και ξαναμύριζε τα σανίδια μου, τα πόδια μου, τα βότσαλα γύρω μου. Ακούμπησε τη μουσούδα του πάνω μου, την έτριψε στο ξύλο μου κι έβγαλε ένα μακρύ γάβγισμα. Μου φάνηκε πολύ λυπημένο. Μόνο του το σκυλί, δε γίνεται, κάποιο λάθος θα έκανα. Αν είναι το ίδιο σκυλί, θα ‘πρεπε να ‘ταν κι αυτή εδώ, αλλά δεν είναι. Άσε που εκείνο δεν ήταν τόσο σκελετωμένο. Πολλά σκυλιά μοιάζουν μεταξύ τους. Θα μπερδεύτηκα, αν και δεν ξεχνάω φυσιογνωμίες συνήθως. Γύρναγε στην παραλία για μέρες μαζί με κάτι αδέσποτα κι όλο περνούσε από κοντά μου και κάτι έψαχνε γύρω μου και πάνω μου.

Μετά είδα το γέρο. Περπατούσε μόνος του κι έμοιαζε πολύ πιο ετοιμόρροπος από πέρσι. Ποτέ δεν τους είχα δει χώρια τον ένα από τον άλλο. Πάλι κάποιο λάθος θα έκανα. Δεν έκανα όμως. Ο γέρος ήρθε κούτσα κούτσα και κάθισε πάνω μου. Τα κόκκαλά του έτριξαν όπως και πέρσι. Τέντωσε το χέρι του και το ακούμπησε στην άλλη άκρη μου. Κάτι έψαχνε κι αυτός στα τυφλά. Μετά μάζεψε τον αέρα στη χούφτα του και την κούνησε πέρα δώθε σα να είχε ζάρια μέσα και πήγαινε να τα ρίξει πάνω μου. Παλιόγερε, είπε, πάλι έκλεψες.

Το σκυλί μας πλησίασε. Μύρισε πρώτα το γέρο μετά εμένα και μετά έδωσε μια και κάθισε στην αδειανή μου μεριά. Κοίταζε το γέρο και γάβγιζε. Έβγαζε κοφτά γαβγίσματα, παύσεις και ουρλιαχτά. Του μιλούσε για την κυρά του. Ο γέρος το άκουγε με μεγάλο ενδιαφέρον, φαινόταν να το καταλαβαίνει. Άπλωσε μάλιστα το χέρι του και άρχισε να το χαϊδεύει, μέχρι που το σκυλί ησύχασε. Κάθονταν κι οι δύο σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Και τότε, για μια στιγμή μου φάνηκε ότι ήταν όλοι εκεί μαζί μου, ότι είχαν έρθει κι οι δυο που έλειπαν και κάθονταν ο ένας πλάι στον άλλον, πάνω μου κι οι τέσσερεις, χωρίς κανένα κενό ανάμεσά τους. Ακόμα και το χαλάκι και το τάβλι ήταν εκεί, στη θέση τους.

Το διήγημα αυτό, μου το εμπιστεύθηκε η καλή μου φίλη, Αρετή Πάνου και είναι από τη συλλογή διηγημάτων «Κωμικοτραγική».


to e-periodiko mas

to e-periodiko mas
16 Σχόλια

Κουρασμένα μάτια; Υπάρχει λύση!


Αρκούν μερικές ώρες μπροστά στον υπολογιστή για να κουράσουν τα μάτια! Πόσες φορές δεν διαπιστώνουμε πως όχι μόνο τα νιώθουμε κουρασμένα, αλλά έχουν πρηστεί, ενώ οι μαύροι κύκλοι δεν κρύβονται ούτε κάτω από επαγγελματικό μακιγιάζ.

Τη λύση για το πρόβλημα αυτό, μας τη δίνει για μια ακόμα φορά η φύση!

Αν θέλετε να αντιμετωπίσετε τα σημάδια κούρασης των ματιών σας, άμεσα και αποτελεσματικά, δεν έχετε παρά να φτιάξετε την παρακάτω μάσκα ματιών με δύο απλά υλικά, που κάνουν θαύματα!

Χρειαζόμαστε:


1 μικρό αγγουράκι και
1 μικρή πατάτα

Τα τρίβουμε στον τρίφτη (το αγγουράκι με τη φλούδα του, την πατάτα ξεφλουδισμένη) και τα αφήνουμε για λίγο, να βγάλουν τα υγρά τους. Στη συνέχεια βρέχουμε δύο κομμάτια βαμβάκι στο υγρό αυτό και τα τοποθετούμε στα μάτια για 15 - 20 λεπτά.

Εγγυημένα, το πρήξιμο και οι μαύροι κύκλοι θα γίνουν παρελθόν, ενώ θα νιώθετε τα μάτια σας πραγματικά ξεκούραστα!

Τη συνταγή τη βρήκα και τη δοκίμασα στο mothersblog.gr

to e-periodiko mas
10 Σχόλια