Σελίδες

Ετικέτες

Αρχική σελίδα

14/2/12

Ο πρώτος αρχηγός της αποκριάς του 1900


            Αποκριάτικος αθηναϊκός τύπος, που γέμιζε με χαρά τη πόλη, την περίοδο των Απόκρεω. Το επάγγελμά του ήταν κοσμηματογράφος κι ειδικότητά του, να φτιάχνει επιγραφές καταστημάτων και να δίνει ονόματα που ταίριαζαν απόλυτα με το χώρο σε λαϊκά καφενεία και οινοπωλεία. Σ’ αυτόν οφείλονται οι σοφές επιγραφές: «Οινοπωλείον. Βερεσέ σήμερα δεν έχει, αύριο έχει», το «Ψυχής ιατρείον» και πολλά άλλα.



          Είχε γίνει διάσημος και περιζήτητος ανάμεσα στους ομότεχνούς του και περνούσε τον καιρό του στην πλατεία Ηρώων στου Ψυρρή. Όλο το χρόνο εργαζόταν και περίμενε να ‘ρθουν οι Απόκριες, για να παρουσιαστεί μπροστά στον κόσμο, μεταμφιεσμένος πάνω σε άρμα, διακωμωδώντας τους πολίτες για οποιουσδήποτε λόγους.
           Για πρώτη φορά παρουσιάστηκε σαν ποιητής του κάρου. Και πάνω από το κάρο, απηύθυνε στους διαβάτες σατυρικά δίστιχα, που για καιρό πολύ μετά τα έλεγε ο κόσμος.
           Όταν γινόταν απόπειρα να καθιερωθεί η αθηναϊκή Αποκριά, ο Θεοδοσίου πήρε ενεργό μέρος. Αυτός έγινε διακοσμητής των αρμάτων των προσωπιδοφόρων και κατασκεύαζε την επίσημη είσοδο του καρνάβαλου στην πόλη. Η επινοητικότητά του σ’ αυτό το έργο, ήταν σπάνια.

            Κι επειδή ήταν λαμπρός κοσμηματογράφος, διακοσμούσε τα άρματα με πολλή τέχνη κι έβαζε επιγραφές που ήταν άξιες καλύτερης τύχης…
Δεν αρκούνταν όμως μόνο σ’ αυτά, αλλά εξέδιδε από καιρό σε καιρό και σατυρική εφημερίδα έμμετρη, που διακωμωδούσε όσα συνέβαιναν στη
συνοικία όπου έμενε. Οι στίχοι του Θεοδοσίου μπορούμε να πούμε πως είναι η ηθογραφία και τα χρονικά της συνοικίας του Ψυρρή και δεν στερούνταν κάποιας περιγραφικής χάρης. Να μια από τις σάτιρές του.

Ο Νικολάκης ο κουτσός με το σταχτί καπέλο,
τη σιδερώστρα τη γνωστή αγάπησε Αγγέλω.
Μα η Αγγέλω γι’ άλλονε είχε κρυφή αγάπη,
κι επροτιμούσε πιο πολύ το Χρίστο το χασάπη.

Μ’ αυτόν τα συχνοέψηνε μες το σιδερωτάδικο
κι έτσι γενόταν του κουτσού του Νικολάκη άδικο.
Μ’ αυτός που ήτανε ακουστό άλλοτε παλικάρι,
με το Χριστάκη πιάστηκε μια μέρα στο παζάρι.
Μα ο Χριστάκης του ‘σπασε με το ραβδί την κούτρα του
κι η Αγγέλω σιδέρωσε τα ματωμένα μούτρα του.

Με την εφημερίδα του ο Θεοδοσίου έδινε την εικόνα της ζωής και της κίνησης της περίεργης εκείνης συνοικίας, που διατήρησε τα παλιά της ήθη.
Γι΄αυτό το φύλλο του ήταν περιζήτητο ανάμεσα στους κατοίκους της. Κατά το 1930 αρρώστησε και δεν μπορούσε να δουλεύει αλλά και να εκδίδει την
εφημερίδα του. Και ο χαρούμενος αυτός τύπος που πέρασε τη ζωή του ανάμεσα στη χαρά και την ευθυμία, κατάντησε θλιβερός, τις τελευταίες μέρες του. Παρουσιαζόταν στα καφενεία της πλατείας Ηρώων, σερνόμενος και με στίχους προανήγγελλε το προσεχές τέλος του.

Δέστε με πώς κατάντησα,
θα σβήσω σ’ ένα μήνα και πια δεν θα με ξαναδείς
στους δρόμους σου Αθήνα.
Πραγματικά, σε λίγο καιρό πέθανε και η
Αθήνα δεν τον είδε πια να παρελαύνει, ανάμεσα
στους μασκαρεμένους της Αποκριάς.

Blogger Widget