Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πένας εκφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πένας εκφράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σπασμένη πυξίδα

Σπασμένη πυξίδα


"Μια ιστορία από στιχάκια" - συμμετοχή 

Photo by Ethan Hoover on Unsplash
Καταιγίδα άφησε ο Γιάννης πίσω από την κλειστή πόρτα, καταιγίδα βρήκε μέσα και μάλιστα μεγαλύτερη…

Ο Δημήτρης αποσβολωμένος, ανίκανος να διαχειριστεί αυτό που συνέβη, στεκόταν δυο βήματα από την πόρτα χωρίς να μπορεί να αποφασίσει ακόμα και την επιστροφή του στο σαλόνι.

Σαν το παιδί που το παίρνεις από το χέρι, ο Γιάννης τον οδήγησε μέχρι τον καναπέ κοντά στο τζάκι. Το άναψε με την ελπίδα να ζεστάνει το χώρο και την ψυχή του φίλου του. Οι πρώτες γλώσσες της φωτιάς άρχισαν να γλείφουν με μανία τα ξερά ξύλα και να δίνουν ένα γλυκό φως στην ατμόσφαιρα. Έξω η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει. Ο αέρας λυσσομανούσε και έστελνε τη βροχή σε ριπές πάνω σε πόρτες, παράθυρα, τοίχους…. Κάποια παραθυρόφυλλα χτυπούσαν παραδομένα στην ορμή του. Φρόντισε να τα στερεώσει για να μην κάνουν θόρυβο, λες και αυτά χαλούσαν την ηρεμία της βραδιάς.

Πέντε χρόνια τώρα, αυτό το σκηνικό είναι γνώριμο σε κείνον κάθε τέτοιο βράδυ. Τα υπόλοιπα, ο Δημήτρης κάνει πως ζει, μέσα από τη δουλειά και τις υποθέσεις που καλείται να ασχοληθεί και ο φίλος του, κάνει πως τον πιστεύει ότι τα καταφέρνει!…

Στράφηκε ξανά στο Δημήτρη.

«Ξέρω πως η βραδιά απόψε είναι δύσκολη για σένα», του είπε βάζοντας ένα ποτό και στους δυο τους. Εκείνος, δεν αντιδρά. Παίρνει μηχανικά το ποτήρι από το χέρι του Γιάννη, ψελλίζοντας «Πες μου τι ζητάς στους σταθμούς που αγάπησες, ό,τι κι αν σου πουν, οι πυξίδες δείχνουν πάντα το βοριά…» και κατεβάζει με λαχτάρα την πρώτη γουλιά. Το πρόσωπό του σφιγμένο σχεδόν παραμορφωμένο, μαρτυρά το σοκ που βίωσε λίγη ώρα πριν… ρουφά ξανά γουλιά - γουλιά το ποτό του, κοιτώντας τον πάτο του ποτηριού, λες και περίμενε εκεί, να βρει τις απαντήσεις που ψάχνει… Ο Γιάννης σα να μην υπάρχει στο χώρο! Ξαφνικά πετάγεται όρθιος και ορμά στο μπουκάλι που περιμένει καρτερικά στο τραπέζι… γεμίζει το ποτήρι και συνεχίζει το ταξίδι στις σκέψεις του χωρίς να δίνει σημασία σε τίποτα άλλο. Ο Γιάννης τον παρακολουθεί με κατανόηση.

- Εσύ, το ήξερες πως τους άρεσε αυτό το παιχνίδι; είπε μετά από κάμποση ώρα.

- Ποιο παιχνίδι, τι εννοείς; ρωτά φανερά απορημένος ο Γιάννης.

- Να παίρνει η μία τη θέση της άλλης!

- Μα τι λες; Πώς σου ήρθε κάτι τέτοιο;

- Ναι, το είχαν κάνει χωρίς να τις καταλάβω. Αφού γελούσε με τις αντιδράσεις μου η Ερατώ, μου το φανέρωνε. Δεν έδωσα σημασία. Κοριτσίστικα καμώματα, σκέφτηκα. Είναι πανομοιότυπες και διασκεδάζουν με τη σύγχυση που προκαλούν.

- Θες να πεις, πως το είχαν κάνει και σε μένα και δεν το πήρα είδηση;

- Θα μπορούσαν φίλε μου! Δεν ξέρω… δεν ξέρω τίποτα πια!

- Μα, πες μου Δημήτρη, τι συνέβη εκείνο το βράδυ; Τσακωθήκατε μου είπες, αλλά γιατί; Ποτέ δεν έμαθα, ποτέ δεν κατάλαβα…

- Αν δεν προδοθείς απ’ τα χνάρια που άφησες, δε θα λυτρωθείς να γυρίζεις στα λημέρια της πληγής… απάντησε αινιγματικά εκείνος, αφήνοντάς τον να μην ξέρει αν πρέπει να συνεχίσει ή να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να μάθει κάτι παραπάνω.

Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια που αντάλλαξε μαζί του, καθώς βυθίστηκε στη σιωπή ξανά.

Το μόνο που έμενε στο Γιάννη ήταν να τον πείσει να ξεκουραστεί καθώς ήδη ήταν περασμένες δώδεκα…

Έτσι, αφού τον πήγε μέχρι το δωμάτιό του, έφυγε κλείνοντας με κακή διάθεση και πολλά ερωτηματικά την πόρτα πίσω του…

Ο Δημήτρης με τη «βοήθεια» του ποτού παραδόθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα άνευ όρων. Το πρόσωπο της Ερατούς γλυκό και πανέμορφο ήταν εκεί μόλις έκλεισε τα μάτια του. Άπλωσε το χέρι να το χαϊδέψει και τότε έγινε σκληρό. Η Θάλεια πήρε τη θέση της αγαπημένης του. Γελούσε και τον καλούσε να την ακολουθήσει κι εκείνος, σαν μαγνητισμένος, τάχυνε το βήμα πίσω της…

Ήλιος και καταιγίδα μαζί! Εκεί που περπατούσε η Θάλεια, μερικά μόλις μέτρα μπροστά του, ένας ολόχρυσος ήλιος έστελνε το φως του απλόχερα… τα δικά του βήματα όμως τα εμπόδιζε κάθε τόσο και μια αστραπή και μια δυνατή, θυμωμένη βροχή!

Ένα κατάλευκο σπίτι κοντά στη θάλασσα... Η πόρτα του ανοιχτή λες και τους περίμενε και μέσα, παντού, βάζα γεμάτα με τα αγαπημένα λουλούδια της Ερατούς… κι εκείνη να προβάλει στην κορυφή της σκάλας ντυμένη στα γαλάζια όπως το χρώμα του ουρανού, όπως το χρώμα των ματιών της, να του μιλά γλυκά «Αν χαθείς ξανά στης καρδιάς το μαχαλά, κάπου εκεί κοντά, μεθυσμένη περιμένει μια σκιά…»

Θάλεια, πού είσαι, Ερατώ; Την πλησιάζει κι εκείνη γλιστρά μέσα από τα χέρια του. Στο σαλόνι, ο Γιάννης χαμογελαστός έχει στην αγκαλιά του τη Θάλεια… όχι, όχι την Ερατώ!! Θεέ μου, είναι τόσο ίδιες! Τόσο απίστευτα ίδιες! Ακόμα και το χρώμα των μαλλιών τους είναι ίδιο! Πώς νόμιζε ότι η Θάλεια είχε σκούρα μαλλιά σαν τον έβενο;… λάθος είχε τα ίδια καστανά μαλλιά της Ερατούς!...

Ποια από τις δυο είναι στην αγκαλιά του Γιάννη; Προσπαθεί να καταλάβει… η Ερασμία τον παρηγορεί στοργικά… «Ησύχασε Δημήτρη, όλα θα πάνε καλά…» κάτι του λέει ακόμα, μα η φωνή της χάνεται. «Δεν μπορώ να σ’ ακούσω Ερασμία! Τι θες να μου πεις; Μίλα πιο δυνατά!!»

Κι εκείνος ο ήχος από φρένα που στριγγλίζουν, πόσο τον αναστατώνει! «Σταματήστε αυτό το θόρυβο» φωνάζει απελπισμένος… «Κανείς δεν κοίταξε τα φρένα, Δημήτρη! Γιατί, γιατί;» Η Ερατώ τον ρωτά με παράπονο και στα μάτια της λάμπουν δυο μικρά διαμαντένια δάκρυα…

Ξυπνά λουσμένος στον ιδρώτα! Η καταιγίδα έχει πλέον κοπάσει και ο ήλιος στέλνει τις πρώτες αχτίδες να γλυκάνουν τη μέρα.

Σηκώνεται με δυσκολία. Όλο του το κορμί τον πονά, λες και ο πόνος της ψυχής απλώθηκε σε κάθε του κύτταρο. Στο κεφάλι του γυρίζουν όλες οι εικόνες της προηγούμενης βραδιάς. Ο ήχος του τηλεφώνου, τον ταράζει, δεν θέλει να απαντήσει. Δεν θέλει καν να βγει από το δωμάτιο, αλλά το χτύπημα της Ερασμίας στην πόρτα δεν του αφήνει πολλά περιθώρια…

- Καλημέρα, κ. Δημήτρη! μπαίνει χαμογελαστή πλημμυρίζοντας το χώρο με ένα λεπτό, καλαίσθητο άρωμα και κάνει να κλείσει τις βαριές κουρτίνες για να περιορίσει λίγο το άπλετο φως, που μπαίνει πια από το παράθυρο.

- Ξεχάσατε να κλείσετε τα παντζούρια, χθες …

Αδύνατο να μην προσέξει το άρωμα! Για μια στιγμή, για ένα μόνο δευτερόλεπτο, του θύμισε το άρωμα εκείνης, αλλά όχι, δεν είναι το ίδιο! Πιο πολύ του θύμιζε το άρωμα της Θάλειας! Ναι, ναι, η Θάλεια φορούσε χθες ένα άρωμα που έμοιαζε πολύ!!

- Τηλεφώνησαν από το γραφείο σας, τον έβγαλε από τις σκέψεις η Ερασμία…

- Πες τους, πως δεν θα πάω σήμερα, θα δουλέψω στο σπίτι, την έκοψε ξερά. Φέρε μου σε παρακαλώ τον καφέ στο γραφείο… ολοκλήρωσε τις οδηγίες σα να ήθελε να την ξεφορτωθεί μια ώρα γρηγορότερα.

Εκεί έμεινε όλο το πρωινό, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τα γεγονότα, τα συναισθήματά του, τα όσα βίωσε, τα όσα είδε στον ύπνο του… όλα αυτά που έκαναν τη ζωή του τόσο μουντή, τόσο αδιάφορη και ώρες – ώρες τόσο, ανυπόφορη!!

Ακόμα είχε στ’ αυτιά του τα λόγια της για τα φρένα και θυμήθηκε ξανά το κόκκινο αυτοκίνητο, που ποτέ δεν παρουσιάστηκε στην αστυνομία ο οδηγός του. Δεν ήταν ο Γιάννης! Του ζήτησε ναι, να ακολουθήσει την Ερατώ το μοιραίο βράδυ, όμως ο εκείνος αρνήθηκε! Ποιος ήταν όμως, αν δεν ήταν αυτός;

Και η Θάλεια, γιατί εμφανίστηκε χθες, έτσι ξαφνικά; Γιατί μετά από τόσα χρόνια και όχι νωρίτερα; Μπορεί να τους χώριζαν πολλά, τους ένωνε όμως η κοινή τους απώλεια! Η Ερατώ, που χάθηκε πριν προλάβει να ζήσει, πριν προλάβει να του χαρίσει ένα παιδί, που τόσο ήθελε…

Ούτε κατάλαβε πώς τα βήματά του τον οδήγησαν στον τάφο της αγαπημένης του να ξεσπά σε λυγμούς «Βάλσαμο γλυκό. Θα ΄μαι δίπλα σου εγώ, χάρτης που διψώ το μελάνι της πορείας σου να πιω…» και να αναρωτιέται «Ποια γνώρισα πραγματικά, ποια αγάπησα, ποια έχασα; Την Ερατώ ή μήπως τη Θάλεια;». Το κλάμα ενός μωρού έσκισε τη πυκνή σιωπή του κοιμητηρίου...

...

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό δρώμενο της Κατερίνας (Pause blog) "Μια ιστορία από στιχάκια". Ευχαριστώ θερμά για την ευκαιρία και την υπέροχη εμπειρία!!


Το τραγούδι που «έντυσε» με τους στίχους την ιστορία, δίνοντάς έμφαση και ένταση, είναι το «Στα λιμάνια ανάψανε φωτιές» σε στίχους του Τάσου Μπουλμέτη, μουσική της αγαπημένης μου Ευανθίας Ρεμπούτσικα και τραγουδισμένο από την Νατάσα Θεοδωρίδου.

Μπορείτε αν θέλετε, να το ακούσετε πατώντας εδώ

Ελπίζοντας να βρήκατε ενδιαφέρον το τρίτο κεφάλαιο της ιστορίας, περιμένω με αγωνία τη συνέχεια και τα σχόλιά σας...


[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
42 Σχόλια
Χτίζοντας τρυφερές αναμνήσεις...

Χτίζοντας τρυφερές αναμνήσεις...


xtizontas-triferes-anamniseis-to-e-periodiko-mas
Photo by Mira Kemppainen on Unsplash
Ήταν τα πέμπτα Χριστούγεννα που θα περνούσαν χωριστά… από τότε που γεννήθηκε η μικρή οι συνθήκες άλλαξαν. Δεν μπορούσε πλέον να είναι μαζί στη δουλειά του, να περνάνε τις χρονιάρες μέρες ο ένας πλάι στον άλλο. Το καράβι δεν ήταν χώρος για ένα μωρό, ούτε για ένα μικρό παιδάκι. Έτσι, έμεναν μαμά και κόρη μόνες, με το μπαμπά να οργώνει τις θάλασσες και να τους λείπει.

Στόλιζαν το δέντρο χαρούμενες, έχοντας χριστουγεννιάτικα τραγούδια να τους κάνουν συντροφιά και να γλυκαίνουν την ατμόσφαιρα της προσμονής. Πρώτα τα φωτάκια, μετά μία - μία οι μπάλες και τα στολίδια. Το κοριτσάκι τιτίβιζε ευχαριστημένο με την όλη διαδικασία. «Εγώ θα τα κρεμάσω όλα, μαμά! Μεγάλωσα τώρα!»

Τι παράξενο! Από τη μέρα που γεννήθηκε η Ιόλη, ανυπομονούσε να μεγαλώσει για να μπορεί να κουβεντιάζει μαζί της. Να της εκφράζει πώς νιώθει, τι θέλει, τι την ενοχλεί… και τώρα τρέμει τη στιγμή που θα ρωτήσει για το μπαμπά της. Κάτι τέτοιες ώρες ήθελε να είναι ακόμα μωρό, να μην καταλαβαίνει όσα τώρα, να μην της λείπει η παρουσία του, να μη συνηθίσει την απουσία του.

Προσπαθούσε να προετοιμαστεί για την ερώτηση που θα ερχόταν και έπρεπε να έχει απάντηση που δεν θα φέρει δάκρυα στα μάτια τους. Τι να πει όμως; Η μόνη απάντηση που θα έφερνε χαρά, δεν μπορούσε να ειπωθεί… ο μπαμπάς δεν θα ήταν τις γιορτές μαζί τους, ξανά! Πέντε χρόνια τώρα, δεν ήταν μαζί τους τα Χριστούγεννα και όσο η Ιόλη μεγάλωνε, τόσο πιο δύσκολο γινόταν. Έπρεπε να τη βάλει στην πραγματικότητα χωρίς να την πληγώσει. Έπρεπε να τη βοηθήσει να καταλάβει χωρίς δράματα… να χτίσει αναμνήσεις όμορφες τρυφερές, που θα τη συντρόφευαν με γλυκά συναισθήματα στο διάβα της ζωής της, χωρίς σημάδια που θα πονούσαν.

Τέλειωνε πια ο στολισμός. Μόνο τα φωτάκια για το μπαλκόνι είχαν μείνει, αλλά η μικρή αποκαμωμένη από την κούραση είχε γείρει στον καναπέ και κοιμόταν βαθιά…

Με ανακούφιση την πήρε στην αγκαλιά της και την έβαλε τρυφερά στο κρεβάτι. Τη χάιδεψε, τη φίλησε κι έκλεισε το φως και την πόρτα πίσω της. Για σήμερα, η ερώτηση δεν έγινε… αύριο είναι μια άλλη μέρα, σκέφτηκε καθώς γύριζε στο σαλόνι για να μαζέψει τις άδειες κούτες.

Ο ήχος του τηλεφώνου την έβγαλε από το φόρτο του μυαλού. «Πάνω στην ώρα Γιώργο μου!» απάντησε με λαχτάρα. Ήθελε να μοιραστεί τους προβληματισμούς της με τον άνθρωπό της, όμως από την άλλη δεν ήθελε να τον φορτώνει και με αυτή την έγνοια. Δεν ήταν ευχάριστο και σε κείνον να είναι μακριά από την οικογένειά του και την μονάκριβή του κόρη, τις γιορτές. Όλο κι όλο που την είδε, που την έζησε ήταν δύο καλοκαίρια όταν ήταν δύο χρονών και πέρσι που ήταν τεσσάρων. Κι έκανε υπομονή, να περάσει ο καιρός να αλλάξει καράβι, να κάνει δρομολόγια εδώ στην Ελλάδα, να βλέπονται σαν οικογένεια…

«Τι συμβαίνει;» ακούστηκε ανήσυχος. «Τίποτα καλέ μου! Μόλις τελειώσαμε το στόλισμα του δέντρου. Η Ιόλη κοιμάται κατάκοπη, δεν την πρόλαβες…» ένας λυγμός που πήρε να ανεβαίνει πνίγηκε με επιτυχία από ένα μικρό βηχαλάκι και τα παράσιτα της γραμμής. «Πώς είσαι; Εμείς εδώ είμαστε καλά και ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα» ακούστηκε πιο συγκροτημένη και αποφασισμένη να μην του φορτώσει βάρος. Δεν μπορούσε άλλωστε να κάνει τίποτα. Δεν ήταν στο χέρι του, αυτή ήταν η δουλειά του και την είχε αποδεχτεί με όλες της τις δυσκολίες. Ήξερε πολύ καλά πως ο δικός της ρόλος ήταν να στρογγυλεύει κάθε γωνία αιχμηρή της ψυχής, που άφηνε η απόσταση και να μαλακώνει όλα τα δύσκολα συναισθήματα που γεννούσε. Ήθελε να είναι ήρεμος για να μπορεί να κυβερνά το καράβι με ασφάλεια στις άγριες θάλασσες που αρμένιζε.

Και η δική της ηρεμία; Αυτή εξαρτιόταν από τη δική του και της κόρης τους. Σα συγκοινωνούντα δοχεία που η απόσταση εκμηδενιζόταν από το δέσιμο και την αφοσίωσή τους, σ’ αυτό που μοιράζονταν…

«Ξέρεις, σκέφτηκα φέτος να μιλήσω διαφορετικά στη μικρή. Να μη την παρηγορήσω για την απουσία σου, αλλά να την κάνω να αποδεχθεί την πραγματικότητα. Δεν είναι σωστό κάθε χρόνο να ζει με την ίδια αγωνία, ούτε όμως και να συνηθίσει την απουσία σου… »

«Πώς θα το καταφέρεις αυτό, καρδιά μου; Είναι μικρή, δεν είναι εύκολο! Μήπως να της μιλήσω εγώ;» η ανησυχία ξαναγύρισε στη φωνή του. Ήταν από τις στιγμές που κανένα μέσο δεν μπορούσε να νικήσει την απόσταση και την επιθυμία να βρίσκεται κοντά τους.

«Θα βρω τρόπο, μη σε απασχολεί! Εσύ απλά να ξέρεις πως η Ιόλη μας, θα περάσει όμορφα. Αυτό να έχεις στο μυαλό σου. Τα άλλα, είναι δική μου δουλειά!» είχε ήδη βρει τα λόγια, είχε ήδη γεμίσει δύναμη και σιγουριά. «Σου έχω εμπιστοσύνη, απλά δεν μου είναι ευχάριστο να το περνάς όλο αυτό μόνη σου» απάντησε προσπαθώντας, εκείνος τώρα, να κρατήσει τη συγκίνησή του έξω από τη φωνή του…

Ξημέρωνε Κυριακή. Μια ηλιόλουστη ψυχρή χιονισμένη Κυριακή, ίδια με τα ανάμεικτα συναισθήματα που πλημμύριζαν την ψυχή τους…

Η Ιόλη ξύπνησε με χαμόγελο και έτρεξε στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν χόρταινε να το κοιτά… Η Κάτια την υποδέχτηκε με μια ζεστή αγκαλιά και την ώρα του πρωινού άρχισε να κάνει πράξη την απόφασή της.

«Ξέρεις αγάπη μου, τι σκεφτόμουν αυτές τις μέρες;» είπε τρυφερά. Η μικρή την κοίταξε όλο απορία… «Νομίζω ξέρεις τι είναι τα έθιμα, έτσι δεν είναι;» ρώτησε.

«Ναι, μας είπε η κυρία πως είναι συνήθειες που περνάνε από τον ένα στον άλλο» απάντησε η μικρή.

«Ακριβώς! Έθιμο είναι και ο στολισμός του δέντρου, τα χριστουγεννιάτικα γλυκά και πολλά άλλα. Έθιμα όμως μπορούμε να φτιάξουμε και δικά μας. Που να είναι μόνο για μας» είπε η Κάτια περιμένοντας την αντίδραση της Ιόλης που δεν άργησε να έρθει.

«Τι δηλαδή;» ρώτησε με τα μάτια ορθάνοιχτα από την αναμονή.

«Να, εμείς μπορούμε να αποφασίσουμε κάθε Παραμονή Χριστουγέννων να καθόμαστε κάτω από το στολισμένο δέντρο, να διαβάζουμε χριστουγεννιάτικες ιστορίες και να πίνουμε ζεστή σοκολάτα οι δυο μας»…

«Κι ο μπαμπάς;» ρώτησε βουρκωμένη η μικρή.

«Ο μπαμπάς μπορεί να ταξιδεύει ή μπορεί να είναι μαζί μας. Δεν είναι το ίδιο κάθε χρόνο. Όμως, αυτή είναι η δουλειά του και πρέπει να το δεχτούμε χωρίς στεναχώρια. Αρκεί που είναι καλά κι ας είναι μακριά μας» απάντησε η Κάτια και περίμενε με αγωνία την Ιόλη να επεξεργαστεί όσα της είπε.

«Δε μου αρέσει καθόλου! Οι μπαμπάδες τα Χριστούγεννα πρέπει να είναι με τα παιδιά τους κι εγώ θέλω το δικό μου» απάντησε με πείσμα.

«Συμφωνώ, αλλά ξέρεις, δεν κάνουν όλοι οι μπαμπάδες την ίδια δουλειά. Κι εσύ πρέπει να είσαι περήφανη για το δικό σου μπαμπά, γιατί με τη δουλειά του βοηθά άλλους ανθρώπους. Μεταφέρει με το καράβι του εμπορεύματα που χρειάζονται άλλοι άνθρωποι και με αυτό τον τρόπο τους βοηθά να ζούνε καλύτερα. Σκέψου μωρό μου, πόσοι δουλεύουν τα Χριστούγεννα! Ένας ολόκληρος κόσμος. Ένα σωρό επαγγέλματα! Υπάρχουν πολλοί μπαμπάδες που είναι μακριά από τα παιδιά τους αυτές τις μέρες και όλοι θα ήθελαν να είναι μαζί τους. Έτσι γίνεται και πρέπει να το δεχτούμε με γενναιότητα»

«Όμως, θα τον πάρουμε τηλέφωνο και θα βάλεις και την κάμερα να τον βλέπω και να με δει που θα φοράω όμορφα ρούχα!» απάντησε η μικρή σκουπίζοντας τα δάκρυα που έτρεχαν στα μάγουλά της.

«Και βέβαια, μωρό μου! Ο μπαμπάς λείπει από το σπίτι, όχι από τη ζωή μας! Θα τον έχουμε πάντα μαζί μας και θα του μιλάμε όποτε θέλουμε. Και τώρα ακόμα αν θες!»

Ένα πλατύ χαμόγελο πήρε τη θέση των δακρύων! Η Ιόλη έκανε εκείνα τα Χριστούγεννα γενναία είσοδο στον κόσμο των μεγάλων. Οι αναμνήσεις που χτίστηκαν από εκείνες τις γιορτές θα τη συνόδευαν για όλη της τη ζωή και δεν θα την άφηναν στιγμή να νιώσει μόνη. Ο μπαμπάς της είχε πάντα παρουσία δίπλα της, χάρη στο διαφορετικό τρόπο σκέψης που χάραξε η μαμά της. Ένας μπαμπάς που δεν έλειψε ποτέ, ουσιαστικά!


[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
20 Σχόλια
Φταίω κι εγώ...

Φταίω κι εγώ...


Ftaiw-ki-egw-to-e-periodiko-mas

Η Μάρα καληνύχτισε με ένα γλυκό φιλί την οχτάχρονη κόρη της, τη σκέπασε κι άναψε τη μικρή υδρόγειο σφαίρα που περιστρεφόταν σκορπώντας ένα γλυκό φως στην ατμόσφαιρα. Αυτό συντρόφευε τη μικρή όλη τη νύχτα, για να μην τρομάζει στο σκοτάδι.

Κλείνοντας την πόρτα πίσω της η έγνοια της ήταν τα συμμαζέψει, να τακτοποιήσει και να καθαρίσει, για να είναι όλα στη θέση τους την επόμενη μέρα.

Αγαπούσε πολύ αυτό το σπίτι. Κάθε γωνιά του, ήταν προσεγμένη και φροντισμένη. Ένα υπόδειγμα τάξης και καθαριότητας με ένα κήπο εξίσου περιποιημένο που νόμιζες πως ξεφύλλιζες σελίδες περιοδικού διακόσμησης! Ήθελε το καλύτερο για τους αγαπημένους της και δεν λυπόταν κόπο για να τους το προσφέρει…

Κατευθύνθηκε στο σαλόνι με το αναμμένο τζάκι και τη μεγάλη τζαμαρία, που έβλεπε στη θάλασσα. Όμως, τίποτα δεν ήταν όπως το άφησε! Το τζάκι είχε σβήσει, παγωνιά και σκοτάδι επικρατούσε στο χώρο. Ανάβοντας το φως δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που αντίκρισε! Σχισμένες κουρτίνες, τρύπια και λερωμένα τα χαλιά, τα έπιπλα διαλυμένα, οι τοίχοι γκρίζοι και βρώμικοι και η τζαμαρία, θρυμματισμένη!

Η τηλεόραση να προβάλει συνεχώς διαφημίσεις χημικών προϊόντων. Τα λουλούδια στο βάζο δίπλα της μαραμένα, νεκρά… ξαφνικά επικρατεί σκοτάδι ξανά! Προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει το φως να το ανάψει, να δει, να καταλάβει… πατά το διακόπτη και οι λάμπες εκρήγνυνται! Μόνο η τηλεόραση μένει εκεί ανεπηρέαστη να συνεχίζει να προβάλει διαφημίσεις και να σκορπά ένα απόκοσμο φως στη ζοφερή ατμόσφαιρα…

Γυρνά έντρομη στο δωμάτιο του παιδιού. Ανοίγει την πόρτα και ορμά στο κρεβάτι της μικρής. Βρίσκει στη θέση της ένα πλαστικό μωρό που επαναλαμβάνει συνεχώς «μαμά» «μαμά».

Τριγυρνά στα δωμάτια σα χαμένη. Στην κουζίνα όλα μοιάζουν τακτοποιημένα και καθαρά αλλά, από τη βρύση τρέχει ένα καφέ υγρό και τα τρόφιμα στο ψυγείο είναι πλαστικά, όπως πλαστικά έγιναν και τα φυτά στο παράθυρο! Όλα στο χώρο θυμίζουν κουκλόσπιτο! Όμορφα αλλά ψεύτικα…

Τρέχει στην εξώπορτα… η ατμόσφαιρα θολή με μια περίεργη μυρωδιά, που δυσκολεύει την αναπνοή της. Στο βάθος του ορίζοντα μια αναλαμπή δηλώνει την παρουσία πυρκαγιάς. Κοιτά ένα γύρω στην άλλοτε γεμάτη λουλούδια και φυτά αυλή. Τώρα είναι όλα πλαστικά, ακόμα και τα δέντρα!

Στρέφει το βλέμμα στον ουρανό! Γκρίζος, σχεδόν μαύρος δεν της αφήνει περιθώρια να καταλάβει αν είναι μέρα ή νύχτα… «νύχτα είναι» σκέφτεται με κάποια αμφιβολία. Οι αστραπές που σχίζουν το σκοτάδι φωτίζουν τη θάλασσα που είναι γεμάτη σκουπίδια και ψάρια νεκρά που επιπλέουν.

Πριν προλάβει να κάνει ένα ακόμα βήμα, μια δυνατή βροχή ξεσπά! Θυμωμένη αλλιώτικη βροχή! Από κείνες που λες πως ο Θεός θέλει να ξεπλύνει όλα τα κακά του σύμπαντος! Μαύρα ρυάκια σχηματίζονται στο έδαφος. Βρέχεται… τα ρούχα της αλλάζουν χρώμα, γίνονται μαύρα κι αυτά. Και τα φυτά και τα δέντρα, ας ήταν πλαστικά, γίνονται μαύρα κι αυτά!...

Δοκιμάζει να μπει ξανά στο σπίτι. Ένα νεαρό παιδί στην πόρτα, την κοιτά στα μάτια. Δεν της μιλά, το βλέμμα του όμως ρωτάει «γιατί»! Το προσπερνά μα σε κάθε της βήμα συναντά περισσότερα παιδιά, όλα με το ίδιο βλέμμα να ρωτούν «γιατί». Πλημμυρίζει το δωμάτιο νεαρά παιδιά με την ίδια ερώτηση που επαναλαμβάνεται χωρίς να ακούγεται. Όμως εκείνη τη νιώθει καθαρά στην καρδιά της…

«Γιατί»! Δεν μπορεί να απαντήσει… δεν θέλει να απαντήσει… «δεν ξέρω γιατί, μη με ρωτάτε γιατί! Εγώ, πάντα φρόντιζα να είναι όλα καθαρά, να είναι τακτοποιημένα, να…» όσο ψάχνει τρόπους να απαντήσει, τόσο τα πρόσωπα πληθαίνουν!... Κι αυτό το «γιατί» έχει μια δόση κατηγορίας…

Φταίω κι εγώ δηλαδή; Μα πώς φταίω; Δεν έκανα κάτι!...

Η τηλεόραση συνεχίζει τις διαφημίσεις για προϊόντα, για χημικά… πολλά από αυτά τα αγοράζει, τα χρησιμοποιεί.

«Αφήστε με! Φύγετε! Δεν ξέρω γιατί! Δεν ξέρω τίποτα!»... Πάγωσε και η ίδια μ’ αυτή της τη διαπίστωση! Δεν ξέρω τίποτα! Φταίω που δεν ξέρω, έπρεπε να ξέρω, έπρεπε να ρωτώ να μαθαίνω, να ενημερώνομαι! Έπρεπε να φροντίζω αλλιώς το σπίτι μου, το μεγαλύτερο σπίτι μου…

Όσο συνειδητοποιούσε και τις δικές της ευθύνες, τόσο τα πρόσωπα των παιδιών έπαιρναν έκφραση και από ψυχρά γίνονταν λυπημένα. Ένα βουβό κλάμα ακουγόταν τώρα! Σα βουητό μελισσιού, απλωνόταν από άκρη σ’ άκρη! Ένας λυγμός βγήκε από το στήθος της! Ω, Θεέ μου, τι έκανα, τι κάναμε!!...

«Μαμά, μαμά ξύπνα!!» άνοιξε τα μάτια της λουσμένη στον ιδρώτα και με απορία κοίταξε την κόρη της που προσπαθούσε να την ξυπνήσει. «Παραμιλούσες μαμά! Κι έλεγες κάτι για όξινη βροχή, για σκουπίδια, πλαστικά κι άλλα που δεν καταλάβαινα…». Αγκάλιασε το παιδί με λαχτάρα.

- Ξέρεις αγάπη μου, αυτό το όνειρο, αυτός ο εφιάλτης πες καλύτερα, με βοήθησε να καταλάβω τι κάνω λάθος! Ή μάλλον, τι δεν κάνω καθόλου…

- Τι δεν κάνεις, τι είναι αυτό που κρατάς στο χέρι σου;

- Ένα φυλλάδιο που μιλά για την καταστροφή του πλανήτη, αν δεν τον προστατεύσουμε… το πήρα για να το πετάξω!..

- Χωρίς να το διαβάσεις; ρωτά με απορία η μικρή

- Του έριξα μια ματιά, μα σκέφτηκα πως δεν είναι στο χέρι μου να κάνω κάτι…

- Η δασκάλα μας, μας είπε πως όλοι μπορούμε να κάνουμε πολλά!

- Δίκιο έχει! Το συνειδητοποίησα με τον πιο περίεργο τρόπο! Στο χέρι μας είναι όλα! Πρώτα να ενδιαφερθούμε, μετά να μάθουμε και φυσικά να αλλάξουμε τρόπο σκέψης και να βοηθήσουμε κι άλλους να κάνουν το ίδιο! Βλέπεις μωρό μου, το παρόν μας εξαρτάται από το παρελθόν, αλλά το μέλλον, είναι στα δικά μας χέρια!...

Ξάπλωσαν ξανά και οι δυο αγκαλιασμένες, ενώ η μικρή υδρόγειος εξακολουθούσε να φωτίζει με ένα γλυκό φως το δωμάτιο…
...

Με το κείμενο αυτό συμμετέχω στη Φωτο - Συγγραφική Σκυτάλη #4 που οργανώνει 
η Mary Petrax από τη Γήινη Ματιά

Παραδίδω τη σκυτάλη στη Μαρία Κανελλάκη από το Απάγκιο με τη φωτογραφία που 
ακολουθεί και την λέξη "Στόχος".

Photo by Fabe Collage on Unsplash


[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
39 Σχόλια
Ένα  Σεπτέμβρη περιμένω…

Ένα Σεπτέμβρη περιμένω…


ena-septembri-perimeno
Photo by João Silas on Unsplash

Να μου θυμίσει τις στιγμές που μετρούσα 
όταν οι μέρες της ξενοιασιάς ξεψυχούσαν μια - μια 

Όταν το μπλε της θάλασσας φορούσα 
με το λευκό γιακά σα τον αφρό των κυμάτων, 
που ξεπροβάλει σε κάθε της σκίρτημα.

Ένα Σεπτέμβρη περιμένω 
να μου θυμίσει τους ήχους από το θρόισμα των φύλλων 
που έπεφταν εδώ κι εκεί 
κι ανακατεύονταν με τις φωνές των παιδιών στο προαύλιο...

Τιτίβισμα γλυκό της νιότης 
όπως των πουλιών που μαζεύονταν 
για το μεγάλο ταξίδι του αποδημισμού… 

Πόσα παλιά, πόσα καινούργια στο διάβα τους! 
Κάθε φτερούγισμα και γνώση 
κάθε λαλιά και εμπειρία 

Και φορτώνει το δισάκι μέρες, ώρες, στιγμές 
που επαναλαμβάνονται χωρίς να είναι ίδιες 
που σε μαθαίνουν, που σε διδάσκουν… 

και μεγαλώνουν οι φτερούγες 
και ξεμακραίνουν οι στιγμές 
κι ο κόσμος μοιάζει έτοιμος να κατακτηθεί… 

Ένα Σεπτέμβρη περιμένω να μου θυμίσει τα λόγια εκείνα 
“Μη γίνεις Ίκαρος! Ατσάλωσε τις φτερούγες σου! 
Μα πρώτα απ’ όλα ατσάλωσε την ψυχή σου, 
με δύναμη, με θέληση και αγάπη!”

...

Αφιερωμένο στους δασκάλους, που έγιναν οι εμπνευστές της ζωής μου!

Καλή σχολική χρονιά σε όλους τους μαθητές!!




[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
16 Σχόλια
Η μοναξιά της Ανάστασης

Η μοναξιά της Ανάστασης


Πασχαλινό διήγημα του Διονύση Ε. Κονταρίνη 


Το ανοιξιάτικο δειλινό είχε πάρει να απλώνεται αργά πάνω από τη Χώρα της Κέρκυρας, εκείνο το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει πίσω από τα βουνά της αντικρινής μεριάς. Η άνοιξη άφηνε τα αρώματα των λουλουδιών της να αγκαλιάζουν όλη την μικρή πόλη. Ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους για να γιορτάσει τη μεγάλη μέρα με τους Επιτάφιους και τις μουσικές, που θα άρχιζαν σιγά-σιγά να γεμίζουν όλη την Κέρκυρα. Οι εκκλησιές ασφυκτικά γεμάτες με τους πιστούς να συμμετέχουν στο μεγάλο δράμα. Τα μαγαζιά ένα – ένα άρχισαν να κλείνουν. Η μεγάλη γιορτή έφτανε στο κορύφωμά της 

Ήταν κείνη την ώρα που ο Αλέξης ανηφόριζε μόνος του από τη Σπηλιά προς την Πιάτσα. Με αργά κουρασμένα βήματα περπατούσε κοιτάζοντας τους ανθρώπους γύρω του. Χάζευε στα μαγαζιά κοιτάζοντας τα πράγματα που πουλούσαν. Στα χέρια του κρατούσε ένα μικρό πακέτο. Ήταν ό,τι μπόρεσε να πάρει από το μικρό μπακάλικο κάτω στη Σπηλιά. Μια μικρή φρατζόλα ψωμί, λίγες ελιές και ένα κομμάτι χαλβά. Κρατούσε το δεματάκι στα χέρια του σαν να ήτανε κάτι τόσο πολύτιμο γι΄αυτόν. 
Πέρασε όλο το δρόμο, βγήκε στη Κάτω Πλατεία, τη Σπιανάδα και προχώρησε απέναντι στο Μποσκέτο. Κάθισε στην άκρη της πόρτας του μεγάλου κήπου και άπλωσε το δεματάκι του πάνω στα πόδια του. Άνοιξε το πακέτο του και κοίταξε τα λιγοστά, που ήταν όλα όσα είχε, για να χορτάσει την πείνα του. Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλια του. 
-Λίγο αλλά κάτι είναι κι΄αυτό, ψιθύρισε στον εαυτό του. Κείνη τη στιγμή οι καμπάνες σ΄όλη την πόλη άρχισαν να χτυπούν πένθιμα. Ήταν σαν να έμοιαζαν να ήθελαν να θυμίσουν στους ανθρώπους ότι το κορύφωμα της μεγάλης γιορτής άρχιζε. 
Σε λίγο θα ξεκινούσε η περιφορά του Μεγάλου νεκρού στους δρόμους της πόλης. Ο Αλέξης έκαμε ένα γρήγορο σταυρό και έκοψε ένα μικρό κομμάτι από το ψωμί του και το έβαλε στο στόμα του. Και ήταν εκείνη τη στιγμή που, μέσα στο μισοσκόταδο του δειλινού είδε μια μικρή σκιά με αργά βήματα, σαν φοβισμένη να έρχεται και να στέκεται μπροστά του. Μέσα στο αχνό φως του δειλινού ξεχώρισε το όμορφο προσωπάκι από κάποιο μικρό κοριτσάκι. Ένα πολύ όμορφο προσωπάκι με ξανθά μαλλιά και πολύ φτωχικά ντυμένο. Είχε μείνει άφωνος να κοιτάζει το μικρό αγγελικό πρόσωπο που στεκόταν μπροστά του και κοίταζε με κάποια λαιμαργία το ψωμί, τις ελιές και τον χαλβά. 

-Τι τρως; Ακούστηκε σιγανή και φοβισμένη η φωνή του μικρού κοριτσιού. Κείνη τη στιγμή ακούστηκαν οι πρώτες ψαλμωδίες από τη μικρή εκκλησούλα της Παναγιάς της Μαντρακίνας, που βρισκόταν λίγο πιο πέρα.. Η λειτουργία για τον Επιτάφιο είχε αρχίσει. 
Ο Αλέξης βιάστηκε να καταπιεί αυτό που είχε το στόμα του. 
-Λίγο ψωμί έχω, λίγες ελιές και λίγο χαλβά ψιθύρισε με μια φωνή που μόλις ακουγόταν. Δεν είχα λεφτά να πάρω πιο πολλά. 
Το μικρό κοριτσάκι κοιτούσε με κάποια λαιμαργία το ψωμί. 
-Αν σου ζητήσω θα μου δώσεις λίγο; ρώτησε φοβισμένα τον Αλέξη, κοιτάζοντάς τον με ένα βλέμμα που μέσα του ήταν ζωγραφισμένη μια επιθυμία για λίγο ψωμί. Κι΄αυτός για κάποιο λίγο χρόνο έμεινε άφωνος. Έμοιαζε να μην πιστεύει αυτό που άκουσε να του λέει η μικρή. Έμοιαζε να μην πιστεύει γι' αυτό που έβλεπε μπροστά του.

 -Όλη μέρα δεν έχω φάει τίποτα, ψιθύρισε το μικρό με φοβισμένη φωνή. Δεν είχαμε τίποτα. Δεν φάγαμε. Ούτε η μαμά μου έφαγε, δεν είχαμε λεφτά να ψωνίσουμε κάτι, του είπε και τα ματάκια του ήσαν συνέχεια καρφωμένα στο πακέτο του Αλέξη. Κι΄αυτός είχε απομείνει άφωνος να κοιτάζει το μικρό κοριτσάκι κι΄έμοιαζε ανίκανος να προφέρει έστω και μια λέξη. Μόνο κοιτούσε το παιδάκι 
και χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω του άπλωσε το πακέτο προς το μέρος του. 

-Πάρτο. Πάρτο και φάε! 
Το μικρό κοριτσάκι έμεινε για λίγο διστακτικό. Τα ματάκια του είχαν αρχίσει να περπατάνε από τον Αλέξη στο πακέτο και από το πακέτο στον Αλέξη. Δεν μπορούσε να το πιστέψει πως εκείνος ο θησαυρός θα μπορούσε να γίνει όλος δικός του.Χωρίς να απλώσει τα χέρια του κοιτούσε τον Αλέξη και με τρεμάμενη τη φωνή ψιθύρισε. 

-Όχι όλο. Όχι. Λίγο θέλω και να φας κι΄εσύ. Κοίταξε τον Αλέξη και προσπάθησε να χαμογελάσει. 
-Θέλεις να καθίσω εδώ και να φάμε μαζί παρέα; τον ρώτησε. 

Ένας κόμπος έμοιαζε να σφίγγει τον λαιμό του Αλέξη σαν άκουσε τη μικρή να θέλει να φάνε παρέα. Ούτε που μπορούσε να το φανταστεί πως κάποιος θα τον καλούσε να φάνε μαζί. 

-Ναι, ναι, της είπε βιαστικά. Έλα. Θα φάμε παρέα. Και της έκαμε λίγο χώρο στο πεζούλι της πόρτας για να καθίσει πλάι του. Ο Αλέξης ένοιωσε να τα έχει χάσει σαν η μικρή κάθισε πλάι του. Ένοιωθε πως τα χείλη του δεν μπορούσαν να ανοίξουν για να προφέρουν μια λέξη. Μόνο κοιτούσε τη μικρή και ένοιωθε όλος να τρέμει.

 Ακούμπησε το πακέτο στην αγκαλιά της μικρής καθώς είχε καθίσει πλάι του. Κι΄η μικρή το άνοιξε, έκοψε ένα κομματάκι χαλβά και λίγο από το ψωμί και άρχισε να τρώει. 

-Πως σε λένε; τη ρώτησε ο Αλέξης. Με το στόμα της γεμάτο η μικρή κατάφερε να του πει το όνομά της.
 -Με λένε Σούλα. Δεν έχω άλλο όνομα. Έμεινε για λίγο σκεφτικός μοιάζοντας να ψάχνει από που να ήρθε τούτο το παιδάκι. 
-Μόνη σου είσαι εδώ; τη ρώτησε;
 -Όχι. Η μαμά μου είναι στην εκκλησία, στη Μαντρακίνα. Περιμένει να σχολάσει. Και μετά θα πάει στην άκρη και θα περνάει ο κόσμος να της δίνει λεφτά. Κατάλαβε. Και έμεινε αμίλητος. Άλλος ένας άνθρωπος σαν κι΄αυτόν. Να περιμένει να ζήσει από την ελεημοσύνη των άλλων. Να περιμένει την ελεημοσύνη των άλλων για να φάνε κάτι το Πάσχα. Η μικρή σταμάτησε να τρώει και τον κοίταζε.

 -Γιατί δεν τρως. Είπαμε θα φάμε μαζί. Ο Αλέξης χαμογέλασε. Σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε το ξανθό κεφαλάκι της μικρής. Και μέσα του ένοιωσε για πρώτη φορά κάτι τόσο όμορφο που δεν το είχε νοιώσει ποτέ στην ζωή του. 
-Φάε εσύ, είπε στη μικρή. Εγώ έχω φάει. Όλο δικό σου, της είπε μ΄ένα χαμόγελο που ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του μπορούσε να το δώσει. 

-Σούλααααααααα!!! ακούστηκε κείνη τη στιγμή μια φωνή από τη μεριά της μικρής εκκλησιάς. -Η μαμά μου, είπε η μικρή. Εδώ είμαι, φώναξε προς τη μεριά που ακούστηκε η φωνή.

Σε λίγο μπροστά τους έφτασε μια γυναίκα, που ο Αλέξης μέσα στο μισοσκόταδο προσπάθησε να την δει. Δεν φαινόταν πολύ μεγάλη. Μπορεί να πει κανείς πως μια νέα κοπέλα ήταν. Ένα κουρασμένο πρόσωπο ακουμπισμένο πάνω σε δυο σκυφτούς ώμους. Ντυμένη κι΄αυτή με ρούχα φτωχικά. Κοίταξε τον Αλέξη για λίγο και μετά στράφηκε στην μικρή. 

-Τι κάνεις εδώ; τη ρώτησε λίγο αυστηρά. Με φοβισμένα λόγια η μικρή προσπάθησε να απολογηθεί. 
-Ο κύριος μου έδωσε λίγο ψωμί και κάθισα να το φάω. Ο Αλέξης κατάλαβε ότι θα έπρεπε να μιλήσει.
 -Εγώ της είπα να καθίσει να φάμε παρέα. Πιστεύω πως είναι όμορφα οι άνθρωποι να τρώνε με παρέα. Να σου πω ότι κι΄εμένα μου λείπουν από τη ζωή μου οι παρέες. 
-Μόνο σου είσαι; τον ρώτησε 
-Όσο θυμάμαι τη ζωή μου δεν είχα κανέναν. Να σου πω ότι δεν ξέρω πως βρέθηκα στον κόσμο. Δεν το έμαθα ποτέ. Εσύ έχεις κανένα; Η κοπέλα άνοιξε τα χείλια της σ΄ένα χαμόγελο γεμάτο πίκρα.
 -Εγώ είχα. Απ΄όλους είχα. Κι΄ένα βασιλόπουλο του παραμυθιού είχα που μου έκαμε τουτο το μικρό και μετά χάθηκε παίρνοντας μαζί του όλους. Κανείς δεν γύρισε να με κοιτάξει από τότες. 

Σταμάτησε για λίγο και προσπάθησε μέσα στο μισοσκόταδο να δει πιο καλά τον Αλέξη 
-Αλήθεια, ποιος είσαι; τον ρώτησε. Ο Αλέξης έμεινε για λίγο αμίλητος. Ένα αχνό θλιμμένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλια του 
-Είμαι ο Αλέξης. Έτσι με φωνάζουν, της είπε. 
-Εμένα με λένε Γιάννα. Να σε ρωτήσω, πως και βρέθηκες στη γειτονιά μου; Δεν σ΄έχω ξαναδεί στα μέρη μας. 
Ο Αλέξης χαμογέλασε λίγο. 
-Να σου την αλήθεια ζητούσα λίγη ησυχία για να απολαύσω το βραδινό μου και έφτασα μέχρις εδώ. -Εσύ ήρθες στην εκκλησιά; Η κοπέλα χαμογέλασε μ΄ένα χαμόγελο που έδειχνε μάλλον να είναι θλιμένο. 
-Ναι. Ήρθα στην Παναγιά την Μαντρακίνα. Και την παρακάλεσα να πει στους πιστούς να μου δώσουν καλή ελεημοσύνη για να φάει κάτι το Πάσχα και τούτο το μικρό. Μένω δω κάτω στην Κόντρα Φόσσα. 
-Μα δω κάτω δεν υπάρχουν σπίτια, της είπε ο Αλέξης. 
-Υπάρχουν όμως παλιά καΐκια και σπασμένες βάρκες. Αν δεν έχεις κάτι άλλο καλά είναι και αυτά. 

Και γυρίζοντας προς το μέρος της μικρής την φώναξε. 
-Έλα Σούλα μου. Πάμε. Η μικρή σηκώθηκε και έδωσε το υπόλοιπο του φαγητού στον Αλέξη. 
-Αυτό δικό σου, του είπε και το ύφος της έμοιαζε μάλλον σοβαρό Κι΄αυτός πήρε το υπόλοιπο φαγητό χαμογελώντας. 
Η Γιάννα γύρισε προς τον Αλέξη. 
-Μένεις εδώ κοντά; 
Κι΄αυτός την κοίταξε για λίγο αμίλητος. 
-Ναι. Μένω όπου βρω, της είπε κάπως θλιμμένα. 

Η κοπέλα έμεινε για λίγο αμίλητη να τον κοιτάζει. Μετά πήρε την μικρή Σούλα από το χέρι και χάθηκαν προς τη μεριά της εκκλησιάς. Ο Αλέξης κάθισε και πάλι στο πεζούλι της πόρτας του κήπου και με αργές κινήσεις άρχισε να τρώει το υπόλοιπο ψωμί. 

Κείνη την ώρα εκεί, προς την απέναντι μεριά, στο δρόμο των Λιστών ακούστηκε η μουσική. Η πομπή του Επιταφίου από την εκκλησιά του Αγίου Σπυρίδωνα είχε ξεκινήσει για το γύρω της. Βγήκε στο δρόμο της πλατείας, έστριψε στην Λιστών και άρχισε να ανηφορίζει προς τη Σπιανάδα. Οι καμπάνες από τις εκκλησιές όλης της Χώρας ακούγονταν να χτυπούν πένθιμα. Οι θλιμμένες στιγμές της μεγάλης γιορτής βρισκόταν στο κορύφωμά τους. Ο Ιησούς Χριστός προχωρούσε προς τον τάφο του. Εκεί που τον έστελναν οι άνθρωποι. 

Η Κυριακή του Πάσχα είχε ξημερώσει. Ένας όμορφος ανοιξιάτικο ήλιος είχε απλώσει τις αχτίνες του πάνω από την Χώρα της Κέρκυρας. Τα αρώματα των λουλουδιών περπατούσαν μαζί στην πορεία του. Σωρός απόλαυσης τα ανοιξιάτικα χρώματα είχαν πάρει να απλώνονται πάνω από όλη την ομορφιά της Κέρκυρας. Μια Ανάσταση του Χριστού είχε αγκαλιάσει τους ανθρώπους που απολάμβαναν την άγια μέρα. Ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους πηγαίνοντας για τα μέρη που θα περνούσαν την άγια γιορτή. Οι καμπάνες άπλωναν τον χαρμόσυνο ήχο τους κι΄άφηναν το μυρωμένο αγέρι να σκορπάει γύρω τη μελωδία τους. Όλα μαρτυρούσαν τη μεγάλη γιορτή. 

Κάτω στην Κόντρα Φόσσα τα υπολείμματα από κάποιο καΐκι ήσαν ακουμπισμένα πάνω στο χορτάρι της γης. Το πλώριο μέρος φαινόταν να κρατά ακόμη. Τα πίσω ήσαν ο σκελετός και κάτι σανίδια. Πάνω κει στην πλώρη φάνηκε να βγαίνει μέσα από την πλατιά καμπίνα η μικρή Σούλα. Προχώρησε αργά προς την πλώρη του σκάφους και στάθηκε στην άκρη του. Κοίταξε κάτω εκεί που ακουμπούσε το καΐκι στη γη και τα μάτια της άνοιξαν πελώρια ενώ μέσα τους ζωγραφίστηκε η απορία. Κοίταζε και έμοιαζε σαν να μην πιστεύει αυτά που έβλεπε. 

-Μαμά, μαμά φώναξε με δυνατή τη φωνή της. 
-Τι είναι αρή; Τι φωνάζεις. ακούστηκε η φωνή της Γιάννας μέσα από την καμπίνα.
 -Μαμά τρέχα, ακούστηκε πάλι η φωνή της μικρής, και πάνω στη πλώρη ξεπρόβαλε η Γιάννα. Πήγε κοντά στη μικρή της. 
-Μαμά κοίτα. Κι΄η Γιάννα έσκυψε προς τα έξω. Λίγο πιο πέρα από εκεί που ήταν ακουμπισμένο το σαπιοκάϊκο που είχαν για σπίτι τους, καθισμένος πάνω στο χορτάρι της γης στεκόταν ο Αλέξης. Μπροστά του ήσαν απλωμένες δυο εφημερίδες και πάνω τους ακουμπισμένα δυο πιάτα με αρνί ψητό και πατάτες, λίγη σαλάτα, κουλουράκια, τρία κόκκινα αυγά και μια μπουκάλα με κρασί. 

Η Γιάννα είχε απομείνει για λίγο να τα κοιτάζει σαν χαμένη. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε πάνω στα χείλια της. Πήδηξε από το καΐκι και προχώρησε προς τον Αλέξη. Στάθηκε μπροστά του και κοιτούσε πότε αυτόν και πότε τα πράγματα που ήσαν ακουμπισμένα στο πρόχειρο τραπέζι. Πλάι της ήταν ακουμπισμένη και η μικρή Σούλα με το βλέμμα της καρφωμένο στα φαγητά που ήσαν πάνω στο χαρτί των εφημερίδων. 

-Χριστός Ανέστη, ακούστηκε σιγανή η φωνή του Αλέξη. Πάσχα σήμερα και ήθελα μια παρέα να περάσω τη μέρα. Διάλεξα εσάς εδώ. Έφερα κάτι να φάμε και να πούμε χρόνια πολλά. Η Γιάννα έστεκε αμίλητη και τον κοιτούσε. Τα χείλια της χαμογελούσαν και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Άνοιξε την αγκαλιά της και τον άφησε να την αγκαλιάσει. 
-Χριστός Ανέστη, ψιθύρισε κλαίγοντας.

Αυτό το τρυφερό διήγημα μου το παραχώρησε ο καλό μου φίλος Διονύσης Κονταρίνης και τον ευχαριστώ θερμά για την τιμή που μου έκανε!


[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
14 Σχόλια
 Έρωτας

Έρωτας



Τα χνάρια σου ακολούθησα ένα βράδυ
εκεί που συναντιούνται οι ψυχές
εκεί που γίνονται ένα οι δρόμοι
κι αλλάζουν όψη οι γειτονιές.

Στη ζεστασιά της αγκαλιάς σου βρήκα λιμάνι
στο βλέμμα σου βρήκα ζωή
και στης ψυχής σου το ακρογιάλι
ζωγράφισα μια χαραυγή

Στου κόσμου το μακρύ σεργιάνι
Ψυχή μου, το χέρι σου κρατώ
και κάθε δάκρυ στο μαξιλάρι
έγινε πλέον φυλαχτό

Κρατάς δοξάρι κι εγώ βιολί
είσαι η ανάσα κι εγώ η πνοή
είσαι η στράτα κι εγώ το βήμα
ο ήλιος είσαι κι εγώ η αχτίδα…


...

Αφιερωμένο στη μέρα των ερωτευμένων, με την ευχή να γιορτάζουν τον έρωτα όλο το χρόνο...



[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
15 Σχόλια
Το παγκάκι

Το παγκάκι



Κάποτε ήμουν δέντρο. Είχα ρίζες και κλαδιά. Στα φυλλώματά μου φώλιαζαν πουλιά. Έκοψαν το κορμί μου σε σανίδες και μαδέρια. Τα έψησαν στο φούρνο. Νόμιζα ότι δε θα μείνει τίποτα από μένα παρά στάχτες κι αποκαΐδια, όμως ήταν ένα καθαρτήριο ψήσιμο. Το έκαναν για να σκοτώσουν τα μαμούνια που έσκαβαν μέσα μου τα επίμονα λαγούμια τους. Να σκοτώσουν κάθε ίχνος ζωής. Απ’ τη ζωή και την υγρασία ποτίζεσαι, χαλάς, διαλύεσαι, τρυπάς, μουχλιάζεις, σαπίζεις και πεθαίνεις. Εγώ έπρεπε ν’ αντέξω. Έβγαλαν τα κομμάτια μου από το φούρνο και τα κάρφωσαν σταυρωτά. Έγινα παγκάκι. Πάλι καλά. Άλλα αδέλφια μου έγιναν φέρετρα. Μετά από τόση περιποίηση, πλάνισμα και λουστράρισμα περίμεναν μεγαλεία, ονειρεύονταν σαλόνια, σκρίνια και τραπεζαρίες. Δε μπορούσαν να φανταστούν. Τα ξερίζωσαν για να τα χώσουν πάλι στο χώμα, ολόκληρα. Εγώ έγινα παγκάκι. Ένα παγκάκι πλάι στη θάλασσα. Εδώ στην άκρη της παραλίας, δίπλα στο λευκό εκκλησάκι, κάτω από τούτο το παράξενο δέντρο που οι ρίζες του ρουφάνε αρμυρό νερό και τα πουλιά δεν το πλησιάζουν. Πάλι καλά. Τουλάχιστον δε μου απολείπει η μουσική. Τότε είχα τα πουλιά, τώρα έχω τα κύματα.

Περνάω την ώρα μου ζυγίζοντας ανθρώπους, τους ανθρώπους που κάθονται πάνω μου. Αυτούς και τον αέρα ανάμεσά τους. Είναι τόσα που καταλαβαίνει κανείς απ’ τον τρόπο που κάθεται ένας άνθρωπος πάνω σ’ ένα παγκάκι, ιδίως όταν αυτός ο κανείς είναι το ίδιο το παγκάκι. Άλλοι κάθονται έτοιμοι να πετάξουν, ίσα που ακουμπάει ο πισινός τους πάνω μου. Άλλοι σωριάζονται ασήκωτοι λες και κουβαλάνε κι άλλους πολλούς πάνω στα γόνατά τους. Άλλοι με κεραίες τεντωμένες, χαϊδεύουν το ξύλο, μυρίζουν τη θάλασσα, ακούνε τον αέρα, όλα γύρω τους θέλουν να τα ρουφήξουν. Κι άλλοι με σκυμμένο το κεφάλι ίσαμε τη γη, δε μυρίζουν δεν ακούν και δε βλέπουν τίποτα, έχουν πολύ θόρυβο οι ίδιοι μέσα τους, σφίγγονται, στριφογυρνάνε κι ολοένα βγάζουν τριξίματα, ζουζουνίσματα και βογγητά. Άνθρωποι μόνοι κι όμως οι μοναξιές τους διαφέρουν. Πότε μοιάζει με κενό ανάλαφρο η μοναξιά, με λευκό συννεφάκι που πλέει πάνω σε γαλανό ουρανό και πότε το κενό είναι αβάσταχτο, μοιάζει με σκοτεινή βαριά ομίχλη που σε πνίγει.

Καταλαβαίνω πολλά. Ακόμα κι όταν το μυαλό τους ταξιδεύει σε μέρη μακρινά, εγώ, ένα κούτσουρο καρφωμένο στο χώμα, που δε μπορώ να κάνω ούτε βήμα, είναι σα να ταξιδεύω λίγο μαζί τους και να περνάω φευγαλέα απ’ τα μέρη τους. Όταν πάλι κάθονται δυο δυο πάνω μου, έχω πολύ δουλειά. Κάθονται συχνά ζευγάρια, γονείς με τα παιδιά τους, φίλοι και γνώριμοι, ξένοι και άγνωστοι. Τότε, πιο πολύ απ’ τον καθένα ξεχωριστά, ζυγίζω τον αέρα ανάμεσά τους. Τις φωνές και τ’ αγγίγματά τους. Κάποτε και με τον άλλο δίπλα κάθεται ο καθένας μονάχος. Πιο μόνος κι από μόνος. Σα να μην υπάρχει ο άλλος πλάι του. Το κενό ανάμεσά τους είναι τείχος από βράχια που δεν αφήνει τίποτα να περάσει. Άλλες φορές όμως το κενό είναι ηλεκτρισμένο, βροντάει και πάλλεται, αστραπές τρέχουν από τον έναν στον άλλο. Αυτές οι αστραπές πρέπει να είναι τα συναισθήματα. Αγάπη, μίσος, ζήλια, οργή, αγωνία... Έχω μάθει κι εγώ να τα αναγνωρίζω, χωρίς να τα νιώθω.

Πιο πολύ μ’ αρέσουν οι ερωτευμένοι. Αυτοί πάνε να το στριμώξουν το κενό μεταξύ τους, να το καταργήσουν, όμως δεν το καταφέρνουν παρά στιγμιαία. Αγκαλιάζονται σφιχτά, κολλάνε τα στόματά τους, τα σώματά τους, μπλέκουν χέρια και πόδια, χώνεται ο ένας στις εσοχές του άλλου. Λες και θέλουν ν’ ανταλλάξουν τους χυμούς και τα σαράκια τους. Λες και θέλουν να κάνουν το μέσα έξω, να κυκλοφορήσει το αίμα από τον ένα στον άλλο χωρίς φραγμούς κι εμπόδια. Έχω δει δέντρα με μπλεγμένους κορμούς να το πετυχαίνουν αυτό. Οι καημένοι οι άνθρωποι, μόλις χαλαρώνουν λιγάκι το αγκάλιασμα, το κενό φουσκώνει πάλι ανάμεσά τους σα σφουγγάρι όταν σταματάει το σφίξιμο. Ακόμα κι έτσι όμως, για τόσο λίγο, μ’ αρέσει. Καμιά φορά νοτίζομαι κι εγώ απ’ τους χυμούς τους. Θυμάμαι τότε τους δικούς μου χυμούς, τα νιάτα μου, τα πράσινα φυλλαράκια και τη δροσιά της Άνοιξης. Ακόμα κι όταν λένε και ξαναλένε τις ίδιες χαζομάρες και χαράζουν πάνω μου καρδιές και βέλη κι άλλες ανοησίες έχουν το γούστο τους, δε με πληγώνουν, μόνο ξυπνάνε μέσα μου παλιά ρίγη. Γνώρισα όμως και δυο ζευγάρια δίχως κενό ανάμεσά τους που δεν ήταν ερωτευμένα.

Κάθε καλοκαίρι έρχεται πολύς κόσμος ίσαμε εδώ, για τη θάλασσα. Η παραλία γεμίζει αυτοκίνητα και ο αέρας βρομάει. Καμιά φορά κάθονται τρεις, τέσσερεις και πέντε μαζί πάνω μας για να χωρέσουν. Οι πιο πολλοί κυλιούνται πάνω στην αμμουδιά και τσαλαβουτάνε στα ρηχά. Κάνουν πολύ φασαρία. Λέω αμάν πότε να φύγουν, να ησυχάσουμε όλοι, ο αέρας, τα κύματα, τα βράχια κι εμείς τα παγκάκια. Όμως πέρσι το καλοκαίρι δεν ήρθε πολύς κόσμος. Ακόμα και το πηγαινέλα των πλοίων στη θάλασσα είχε λιγοστέψει. Τα μηνύματα που έπιανα απ’ τη μεγάλη πόλη μιλούσαν για δυσκολίες και προβλήματα. Το καταλάβαινα απ’ τα λόγια και τη σκυθρωπιά τους κι ας μην ήξερα από πού έρχεται ο καθένας. Η παραλία το κατακαλόκαιρο είχε τόσο κόσμο όσο και το προχωρημένο φθινόπωρο. Κι όταν βράδιαζε απλωνόταν παντού μια μελαγχολία. Κανείς δεν ερχόταν για να κάτσει πάνω μου, ίσα ν’ αγναντέψει τη θάλασσα, να γαληνέψει και να φύγει. Ήρθαν αρκετοί ψαράδες που δεν είχαν μάτια παρά μόνο για τα ψάρια και τ’ αγκίστρια τους. Ήρθαν και λιγοστές παρέες από νέους, νυχτιάτικα, λες και κρύβονταν από κάποιους. Έπιναν, κάπνιζαν και οι κουβέντες τους ήταν πολύ θυμωμένες. Μια νύχτα άρχισαν να μας κλοτσάνε, εμάς τα παγκάκια που δε τους φταίξαμε σε τίποτα. Ένα από μας το ‘σπασαν και το ‘καψαν. Έμεινε ένα λοφάκι μαύρη στάχτη και σκουριασμένες πρόκες πάνω στα βότσαλα. Ήρθε κι εκείνη με τ’ αμάξι της, ένα σαραβαλάκι γεμάτο νάιλον σακούλες. Το πάρκαρε δίπλα μου και δεν το ξανακούνησε το υπόλοιπο καλοκαίρι.

Δεν ήταν ούτε νέα, ούτε όμορφη. Όμως είχε κάτι. Ένα ενδιαφέρον πρόσωπο, σκαμμένο. Έβγαλε απ’ τ’ αυτοκίνητο ένα χαλάκι και το ‘στρωσε πάνω μου. Την πέρασα για παράξενη, μια μυγιάγγιχτη που δεν βλέπει πέρα απ’ τον πισινό της. Όμως το χαλάκι δεν ήταν για κείνη. Ένα σκυλί βγήκε απ’ τ’ αμάξι, έτρεξε λίγο πέρα δώθε και μετά πήδηξε και στρώθηκε επάνω του. Ένα συμπαθητικό ζώο, ούτε μεγάλο, ούτε μικρό, σγουρομάλλικο, ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της, γκριζοκάστανο. Αυτή κάθησε δίπλα του, στην άλλη μεριά μου. Έτσι πέρασε το καλοκαίρι.

Κάποιοι έβλεπαν το σκυλί και γκρίνιαζαν πως λερώνει την παραλία. Εκείνη δεν τους άκουγε κι όταν άκουγε απαντούσε ευγενικά. Μα δε βλέπετε, ούτε στο παγκάκι δεν ακουμπάει, έχει το χαλάκι του. Κι είχε δίκιο. Ούτε μια φορά δε σήκωσε το πόδι του καταπάνω μου, να με μουσκέψει με το κάτουρό του, όπως κάνουν τα περισσότερα σκυλιά μόλις με βλέπουν. Ευγενικό και νοικοκυρεμένο σαν την κυρά του. Καμιά φορά κάποιος έπαιρνε θάρρος και τη ρωτούσε πώς βρέθηκε εδώ και πού κοιμάται τη νύχτα. Μεγάλη ιστορία, πού να σας τη λέω, ευτυχώς μου έμεινε το αυτοκοίμητό μου, έλεγε εκείνη κι έδειχνε το σαράβαλο, ενώ με το άλλο χέρι έτριβε τρυφερά τα σανίδια μου. Σε μένα κοιμόταν. Τη νύχτα έστρωνε ένα μεγαλύτερο χαλί και ξάπλωνε η ίδια πάνω του. Το σκυλί κοιμόταν κουλουριασμένο στα πόδια της. Πεταγόταν στον παραμικρό ήχο. Ούτε κουνούπι δεν άφηνε να την πλησιάσει. Όλη νύχτα πάνω μου κι οι δυο, τα όνειρά τους πάνω στα όνειρά μου, ανακατεύονταν. Σα να μας ονειρευόταν όλους μαζί κάποιος άλλος. Έτσι κατάλαβα ότι είχαν καεί κι αυτοί κι είχαν ορφανέψει από φυλλώματα και ρίζες, πουλιά και κελαϊδίσματα.

Ξυπνούσαμε με τον ήλιο. Μόλις που ξεμυτούσε η πρώτη αχτίνα. Βουτούσαν κι οι δυο στη θάλασσα. Γυμνοί. Το σκυλί έβγαινε και τιναζόταν. Εκείνη περιποιόταν τον εαυτό της στη βρύση πλάι στην εκκλησία. Πλενόταν και σκουπιζόταν. Ντυνόταν και χτενιζόταν. Καμιά φορά περιποιόταν και την εκκλησία. Σκούπιζε, ξεσκόνιζε και σφουγγάριζε. Καθάριζε κι άναβε τα καντήλια. Μετά ερχόταν σε μένα. Μάζευε το χαλί το τίναζε, το δίπλωνε και το ‘βαζε στο αυτοκίνητο. Έβγαζε το στρωσίδι για το σκύλο. Μάζευε τα σκουπίδια που άλλοι είχαν πετάξει γύρω μου και μετά καθόταν στη θέση της. Στην παραλία δεν υπήρχε ακόμα ψυχή.

Είχε ένα χοντρό και βαρύ, μαύρο βιβλίο που διάβαζε. Πότε πότε σήκωνε το κεφάλι της απ’ τις σελίδες του, κοίταζε τον ορίζοντα κι έκανε το σταυρό της. Ή μουρμούριζε κάτι που έμοιαζε με τους ήχους που έρχονται καμιά φορά από την εκκλησία, τις ψαλμωδίες. Άπλωνε το χέρι της και χάιδευε το σκυλί. Το σκυλί έλιωνε σε κείνο το χάδι και κολλούσε στο χέρι της. Γίνονταν ένα. Όσο εκείνη ήταν αφοσιωμένη στο διάβασμα δεν τη διέκοπτε. Άμα ήθελε να κατουρήσει ή να ξεμουδιάσει λιγάκι, κοίταζε πρώτα γύρω να δει αν υπάρχει κόσμος. Μετά την κοιτούσε, τη ρωτούσε μ’ ένα σιγανό γάβγισμα, περίμενε να το κοιτάξει και κείνη ή να χαμογελάσει χωρίς να πάρει τα μάτια της απ’ αυτό που έκανε και τότε πηδούσε απ’ το παγκάκι. Όταν πάλι σηκωνόταν εκείνη για να πάει κάπου, του ‘ριχνε μια ματιά, περίμενέ με, και το σκυλί απαντούσε μ’ ένα γάβγισμα, θα σε περιμένω πάντα. Όταν πήγαινε βόλτα το έπαιρνε μαζί της και βάδιζαν πλάι, πλάι.

Έτρωγαν μαζί. Μοιράζονταν το ψωμί και το τυρί που έφερνε η γυναίκα απ’ την ταβέρνα. Πολλές φορές είχαν και τα τυχερά τους. Είχαν περισσέψει ωραία φαγιά για κείνη και κόκαλα κρεατωμένα για το σκυλί.

Το σκυλί δεν ξανάμπαινε στη θάλασσα την υπόλοιπη μέρα. Εκείνη βουτούσε καμιά φορά, όταν έσφιγγε η ζέστη και μετά ξάπλωνε πάνω στα βότσαλα για να στεγνώσει. Έμπαινε στο νερό με το φουστάνι που φορούσε, πάντα το ίδιο. Οι άλλοι φορούσαν τα μαγιό τους και την κοιτούσαν παραξενεμένοι. Έτσι με το φουστάνι μπήκε στη θάλασσα κι όταν ακούστηκε η φωνή που φώναζε βοήθεια. Κοντά στα βραχάκια κάποιος χαροπάλευε. Στο εκκλησάκι γινόταν λειτουργία κι ήταν μαζεμένος μπόλικος κόσμος, στολισμένος, με ρούχα και παπούτσια που άστραφταν. Ίσως γι αυτό δεν αντέδρασε κανείς. Δεν ήθελε να τα χαλάσει, να τα λερώσει και πού να βρει άλλα μετά. Όλοι είχαν μείνει ακίνητοι σαν ξύλα και μόνο η γυναίκα πετάχτηκε κι έπεσε στο νερό. Από πίσω της κι ο σκύλος. Έφτασε τον άνθρωπο που πνιγόταν, τον έπιασε απ’ το μπράτσο και τον τραβούσε έξω προς τα βράχια. Αυτός την τραβούσε προς τα μέσα. Φαινόταν να μη θέλει να βγει κι ας ήταν αυτός που είχε φωνάξει βοήθεια. Ο σκύλος κολυμπούσε γύρω τους, σήκωνε το κεφάλι προς τον κόσμο και γάβγιζε. Εκείνοι παρακολουθούσαν από μακριά και σταυροκοπιόντουσαν. Τι το ‘θελε ο χριστιανός το κολύμπι την ώρα της λειτουργίας, είπε κάποιος. Και κάποιος άλλος, μα απαγορεύεται να μπαίνουν τα ζώα στη θάλασσα, τη μολύνουν. Βγήκε κι ο παπάς έξω και τους μάλωσε, αφήστε τους σταυρούς κι άντε πηγαίνετε να βοηθήσετε. Στο μεταξύ η γυναίκα τον είχε ακουμπήσει στα βραχάκια. Το σκυλί όλη την ώρα γάβγιζε.

Όταν όλα ησύχασαν, ήρθαν και κάθησαν στη θέση τους. Ένιωσα το τρέμουλό της. Μου φάνηκε πολύ κουρασμένη, σα να είχε βαρύνει απότομα. Το σκυλί στριμώχτηκε στα πόδια της. Τα έτριβε με τη μουσούδα του. Έγλειφε τα χέρια της. Εκείνη το χάιδευε. Καμιά φορά το χέρι της απλωνόταν παραπέρα και χάιδευε και μένα, το ξύλο μου. Όπως καταλαβαίνετε, είχαμε γίνει τρίο. Τους είχα συνηθίσει τόσο πολύ που μου έλειψαν όταν εξαφανίστηκαν.

Έφυγαν το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθαν. Με τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου, όταν η υγρασία άρχισε να περονιάζει. Εκείνη είχε αρχίσει να βήχει. Έβγαζε απ’ τ’ αυτοκίνητο μια κουβέρτα και την έριχνε επάνω τους τη νύχτα. Την έπιανε όμως ένας δυνατός βήχας, τόσο που τρανταζόμουν κι εγώ μαζί της. Το σκυλί τραβούσε με το στόμα του την κουβέρτα προς το μέρος της, για να τη σκεπάσει καλύτερα. Κανείς από τους τρεις μας δε μπορούσε να κοιμηθεί τότε. Σκέφτηκα ότι θα πήγαν να βρουν απάγκιο κάπου αλλού, πιο στεγνά. Μετά από τόσο στενή επαφή και συναναστροφή η μοναξιά με πείραξε κι ας είμαι από ξύλο. Ευτυχώς είχαν αρχίσει να έρχονται τα δύο γερόντια.

Έρχονταν τα φθινοπωρινά πρωινά, κοντά στο μεσημέρι. Στηρίζονταν σε ξύλινα μπαστούνια κι έφερναν μαζί τους ένα ξύλινο κουτί. Τάβλι το έλεγαν. Μέσα είχε πούλια και ζάρια. Έπιαναν τις άκρες μου και στη μέση έβαζαν το κουτί. Έπαιζαν με τις ώρες. Ντάγκα ντούγκα τα ζάρια, γκάπα γκούπα τα πούλια, ούτε τα κύματα δε μ’ άφηναν ν’ ακούσω, όμως δε με πείραζε. Μπορεί να ‘ταν το κουτί ανάμεσά τους, μπορεί τα ζάρια με το πηγαινέλα τους, μπορεί οι κουβέντες και οι σιωπές τους, κενό δεν υπήρχε. Φώναζαν και βρίζονταν σαν τα παιδιά όταν παίζουν το παιχνίδι που το λένε πόλεμο. Πάλι κλέβεις, έλεγε ο ένας. Κι ο άλλος, παλιόγερε, θα σε φάω, έχεις πεθάνει και δεν το ξέρεις. Αυτός που κέρδιζε έλεγε τον άλλο ψοφάλογο κι αυτός που έχανε απατεώνα. Κι όλο άλλαζαν ρόλους. Καταλάβαινα ότι οι βρισιές ήταν κομμάτι αυτού του περίεργου παιχνιδιού, όπως τα πούλια και τα ζάρια. Καμιά φορά, ο ένας γέρος έμενε στη μέση μιας ζαριάς, σα να χανόταν μέσα σ’ ένα όνειρο. Ο άλλος δεν τον ξυπνούσε. Μπορεί και κείνος να ‘μπαινε στο ίδιο όνειρο. Περίμενε να επιστρέψει από μόνος του για να συνεχίσουν το παιχνίδι.

Άλλοτε πάλι βροντούσαν το κουτί να κλείσει και κοίταζαν τη θάλασσα. Έπαιζαν ένα άλλο παιχνίδι τότε. Βλέπεις εκείνον εκεί το γλάρο. Ποιο γλάρο, το αεροπλάνο λες; Εσύ βλέπεις εκείνη τη βαρκούλα; Ποια βαρκούλα, αυτό είναι βαπόρι ολόκληρο. Ποτέ δε συμφωνούσαν στο τι έβλεπαν. Μόνον όταν σώπαιναν, συμφωνούσαν. Μπορούσαν να κάτσουν για πολύ ώρα σιωπηλοί, ο ένας δίπλα στον άλλο, αλλά και τότε ακόμα ο αέρας ανάμεσά τους δεν τους χώριζε, τους ένωνε. Όταν μιλούσαν, μιλούσαν παράλληλα. Λες και μίλαγε ο καθένας με τον εαυτό του. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Θυμάσαι… τότε που ήμουν… τότε που πήγαμε… εκείνο το κορίτσι… η μάνα μου… ο πατέρας… έκλαιγα… μαμά... Τα λόγια τους με νανούριζαν.

Το μεσημέρι που σηκώνονταν να φύγουν, πιασμένοι από το πολύ καθισιό, έτριζαν και παραπατούσαν πάνω στα βότσαλα. Έλεγα τώρα θα πέσει κανείς τους και θα γίνει θρύψαλα. Στηρίζονταν πάνω μου, πάνω στα μπαστούνια τους, ο ένας πάνω στον άλλο κι έπαιρναν το δρόμο αργά αργά.

Ένα βροχερό πρωί δε φάνηκαν. Ούτε και τις επόμενες μέρες. Θα λούφαξαν κι αυτοί κάπου, να ξεχειμωνιάσουν, σκέφτηκα. Ποιος ξέρει, μπορεί με την καλοκαιρία να ξαναφανούν. Και τα γερόντια και η γυναίκα και το σκυλί. Είχα μια κρυφή ελπίδα. Δεν ήθελα να πιστέψω ότι τους είχα χάσει για πάντα. Μου είχαν μάθει ένα καινούριο αίσθημα. Τη συντροφικότητα.

Όταν ο καιρός άνοιξε και τ’ αλμυρίκι πάνω μου γέμισε ροζ ανθάκια, άρχισα να τους περιμένω και να τους ψάχνω. Λίγος κόσμος κατέβαινε στην παραλία και φέτος. Παρκάρανε τ’ αμάξια τους και βγάζαν τα παιδιά τους και τα σκυλιά τους βόλτα. Καμιά φορά έφερναν και γέρους μαζί τους, να πάρουν τον αέρα τους. Κανένα αμάξι δεν έμοιαζε με τ’ αυτοκοίμητό της και κανένα σκυλί με το δικό της. Και οι φάτσες οι ανθρώπινες δεν έμοιαζαν ούτε με κείνη ούτε με τα δυο γεροντάκια.

Πρώτα είδα το σκυλί. Ήρθε κοντά μου, μύριζε και ξαναμύριζε τα σανίδια μου, τα πόδια μου, τα βότσαλα γύρω μου. Ακούμπησε τη μουσούδα του πάνω μου, την έτριψε στο ξύλο μου κι έβγαλε ένα μακρύ γάβγισμα. Μου φάνηκε πολύ λυπημένο. Μόνο του το σκυλί, δε γίνεται, κάποιο λάθος θα έκανα. Αν είναι το ίδιο σκυλί, θα ‘πρεπε να ‘ταν κι αυτή εδώ, αλλά δεν είναι. Άσε που εκείνο δεν ήταν τόσο σκελετωμένο. Πολλά σκυλιά μοιάζουν μεταξύ τους. Θα μπερδεύτηκα, αν και δεν ξεχνάω φυσιογνωμίες συνήθως. Γύρναγε στην παραλία για μέρες μαζί με κάτι αδέσποτα κι όλο περνούσε από κοντά μου και κάτι έψαχνε γύρω μου και πάνω μου.

Μετά είδα το γέρο. Περπατούσε μόνος του κι έμοιαζε πολύ πιο ετοιμόρροπος από πέρσι. Ποτέ δεν τους είχα δει χώρια τον ένα από τον άλλο. Πάλι κάποιο λάθος θα έκανα. Δεν έκανα όμως. Ο γέρος ήρθε κούτσα κούτσα και κάθισε πάνω μου. Τα κόκκαλά του έτριξαν όπως και πέρσι. Τέντωσε το χέρι του και το ακούμπησε στην άλλη άκρη μου. Κάτι έψαχνε κι αυτός στα τυφλά. Μετά μάζεψε τον αέρα στη χούφτα του και την κούνησε πέρα δώθε σα να είχε ζάρια μέσα και πήγαινε να τα ρίξει πάνω μου. Παλιόγερε, είπε, πάλι έκλεψες.

Το σκυλί μας πλησίασε. Μύρισε πρώτα το γέρο μετά εμένα και μετά έδωσε μια και κάθισε στην αδειανή μου μεριά. Κοίταζε το γέρο και γάβγιζε. Έβγαζε κοφτά γαβγίσματα, παύσεις και ουρλιαχτά. Του μιλούσε για την κυρά του. Ο γέρος το άκουγε με μεγάλο ενδιαφέρον, φαινόταν να το καταλαβαίνει. Άπλωσε μάλιστα το χέρι του και άρχισε να το χαϊδεύει, μέχρι που το σκυλί ησύχασε. Κάθονταν κι οι δύο σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Και τότε, για μια στιγμή μου φάνηκε ότι ήταν όλοι εκεί μαζί μου, ότι είχαν έρθει κι οι δυο που έλειπαν και κάθονταν ο ένας πλάι στον άλλον, πάνω μου κι οι τέσσερεις, χωρίς κανένα κενό ανάμεσά τους. Ακόμα και το χαλάκι και το τάβλι ήταν εκεί, στη θέση τους.

Το διήγημα αυτό, μου το εμπιστεύθηκε η καλή μου φίλη, Αρετή Πάνου και είναι από τη συλλογή διηγημάτων «Κωμικοτραγική».


to e-periodiko mas

[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
16 Σχόλια
Ένα γκρίζο πρωινό…

Ένα γκρίζο πρωινό…



Ήταν από κείνα τα φθινοπωρινά πρωινά, τα συννεφιασμένα, τα μουντά, που όλο λες πως θα βρέξει και θα ξεσπάσει κι όμως, τα σύννεφα βρίσκονται εκεί, στεγνά κι απειλητικά να σου κρύβουν τον ήλιο.

Σηκώθηκε απρόθυμα από το κρεβάτι κι αμέσως αναζήτησε τις αχτίδες της μέρας ανοίγοντας το παράθυρο. Το δωμάτιο λούστηκε από ένα θλιμμένο φως, αδύναμο, λες και ήταν απόγευμα κι όχι πρωί. Το ρολόι στο κομοδίνο έδειχνε κιόλας εφτά… δεν είχε καιρό για χάσιμο. Έπρεπε να βρίσκεται στο σχολείο νωρίς, πριν έρθουν τα παιδιά! Να τα καλωσορίσει, να τα καλημερίσει, να τα κάνει να νιώσουν άνετα στο καινούργιο περιβάλλον…

Αρχές του Οκτώβρη και η προσαρμογή όλων ήταν ακόμα σε εξέλιξη. Καινούργιος δάσκαλος εκείνος, στο μικρό μονοθέσιο σχολείο του νησιού της άγονης γραμμής, καινούργια τα πρωτάκια του, όλοι είχαν ανάγκη από χρόνο για να βρουν τους ρυθμούς τους.
Η μικρή του πείρα δεν τον βοηθούσε και πολύ κι έτσι, λειτουργούσε με το ένστικτο και τη διάθεσή του να προσφέρει ζεστασιά και αγάπη στα παιδιά πρωτίστως και έπειτα γνώσεις. Κάθε πρωί αντίκριζε τα αγουροξυπνημένα προσωπάκια τους με ένα τεράστιο χαμόγελο και ζωγράφιζε ήλιους και λουλούδια στον πίνακα, για να τα προϋπαντήσει. Τα περισσότερα ανταποκρίνονταν με μια γενναιόδωρη τραγουδιστή καλημέρα! Τα περισσότερα;… λάθος! Όλα! Όλα, εκτός από ένα! Ένα παιδάκι δεν χαμογελούσε ποτέ! Δυο βδομάδες τώρα, πήγαινε κι ερχόταν ήσυχο, αμίλητο, αγέλαστο… όταν του μιλούσε, απαντούσε διστακτικά κι απομακρυνόταν γρήγορα για να καθίσει στο θρανίο ή να σταθεί στην άκρη της αυλής του σχολείου στο διάλειμμα, σκαλίζοντας με ένα θαλασσόξυλο το χώμα του μικρού παρτεριού της…

Τον είχε προβληματίσει αυτό το παιδί. Παρατηρούσε τη συμπεριφορά του όλες αυτές τις μέρες, ελπίζοντας πως κάτι θα καταλάβει, αφού η συζήτηση με τους γονείς του δεν ήταν καθόλου διαφωτιστική. Εκείνοι ήταν ευχαριστημένοι που το παιδί τους ήταν ήσυχο και δεν δημιουργούσε προβλήματα φέτος, αφού δυο χρονιές τώρα, όλο και σε κάποια σκανταλιά ήταν μπλεγμένος…  «Μη σκας δάσκαλε, καλύτερα ήσυχος, παρά ζιζάνιο» του είπαν, αφήνοντάς τον αποσβολωμένο να τους κοιτά. «Τα γράμματα τα παίρνει; Αυτό πες μας μόνο, για να ξέρουμε τι θα τον κάνουμε!»… Και ναι, τα έπαιρνε τα γράμματα! Μαθητής της Γ’ τάξης και είχε δίψα και γνώσεις, που θα τις ζήλευαν πολλοί μαθητές  μεγαλύτερων τάξεων!

Για τους γονείς μπορεί να ήταν αρκετό, για το δάσκαλο όμως όχι! Τι νόημα έχει, να γεμίζει γνώσεις το μυαλό ενός παιδιού, όταν η ψυχή του είναι άδεια; Γιατί άδεια έμοιαζε! Τα μάτια του πολλές φορές κοιτούσαν το κενό κι ας έδινε την εντύπωση πως αγναντεύει τη θάλασσα…

Μ’ αυτές τις σκέψεις πήγαινε κι ερχόταν στο σχολείο ο νεαρός δάσκαλος, με τις ίδιες ξεκίνησε κι εκείνο το πρωί τη γνώριμη διαδρομή. Το πρωινό αεράκι του χάιδεψε το πρόσωπο και γέμισε τα πνευμόνια του οξυγόνο. Στάθηκε για λίγο να το απολαύσει… δεν είχε τόσα  χρόνια, αυτό το προνόμιο και τώρα ένιωθε πραγματικά τυχερός που το ζούσε.
Έκλεισε τα μάτια για δευτερόλεπτα, πήρε βαθιά ανάσα και ξαφνικά άκουσε κάτι σαν κλάμα… Ένα κουτάβι έκλαιγε κουλουριασμένο και τρεμάμενο στην άκρη του στενού δρόμου. Έσκυψε και το κοίταξε καλύτερα. Παρατήρησε πως ήταν τόσο μικρό, που με το ζόρι ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Δεν μπορούσε να το αφήσει εκεί, αλλά ούτε είχε χρόνο να το πάει στο σπίτι του… Χωρίς πολλή σκέψη, αποφάσισε να το πάρει μαζί του στο σχολείο.

Μόλις πλησίασε στην αυλόπορτα είδε ότι τα πρώτα παιδιά είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους. Ανάμεσά τους και ο Σταύρος, το αγέλαστο παιδί, όπως τον είχε καταγράψει στη σκέψη του.
- Κύριε, κύριε, τι είναι αυτό που κρατάτε στην αγκαλιά σας;… τιτίβισαν και τον κύκλωσαν χαρούμενα
- Ένα κουτάβι που βρήκα στο δρόμο καθώς ερχόμουν!... απάντησε εκείνος ενώ το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς…
- Ξέρετε τι σκέφτομαι; Να το κρατήσουμε εδώ στο σχολείο και να το μεγαλώσουμε όλοι μαζί! Τι λέτε;
Ένα μακρόσυρτο «ναι» ακούστηκε από τα παιδιά, που χοροπηδούσαν ενθουσιασμένα προσπαθώντας να πάρουν σειρά για να το χαϊδέψουν.
Ο Σταύρος καθόταν παράμερα, αλλά όχι αδιάφορος για το καινούργιο μέλος της σχολικής παρέας… Δειλά, δειλά πλησίασε για να το χαϊδέψει κι εκείνος… και τότε ο δάσκαλος του πρότεινε, να είναι ο πρώτος που θα το πάρει αγκαλιά. Ένα τεράστιο, ζεστό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του μικρού, κάνοντας το δάσκαλο να προχωρήσει στην ερώτηση, που από ώρα ετοίμαζε στο μυαλό του…
- Θέλεις να του βρεις εσύ, όνομα, Σταύρο; Και να το ταΐζεις εσύ, κάθε μεσημέρι, πριν σχολάσουμε;
- Ναι, κύριε!! Απάντησε πρόθυμα το παιδί, χωρίς να αφήνει το χαμόγελο να σβήσει από τα χείλη του!

Λίγες ώρες αργότερα, ο Σταύρος μέσα στον ενθουσιασμό του, εξήγησε στο δάσκαλο πως το καλοκαίρι, είχε χάσει τον πιστό του φίλο, το σκύλο του, από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Έκαναν μαζί, τη διαδρομή ως το σχολείο κάθε πρωί και γυρνούσαν μαζί πάλι, κάθε μεσημέρι στο σπίτι και ήταν για το παιδί τεράστια η απώλεια του ζώου από την ζωή του. Μάταια όλοι του έλεγαν να μη στεναχωριέται, γιατί έτσι συμβαίνει με τα σκυλιά. Εκείνος πονούσε και δεν είχε με ποιον να το μοιραστεί, αφού κανείς δεν τον καταλάβαινε…

Έτσι ξεκίνησαν δυο μεγάλες φιλίες ανάμεσα σε ένα μαθητή και ένα δάσκαλο, ανάμεσα σε ένα παιδί και ένα σκύλο. Και οι δυο κράτησαν για πάντα, κάνοντας αυτό το γκρίζο φθινοπωρινό πρωινό, το πιο φωτεινό που μπορούσαν να θυμηθούν!


Αυτή η ιστορία συμμετέχει στις "Ιστορίες του Φθινοπώρου" της καλής μου φίλης Μαρίας Νικολάου από το Κείμενο 
Μαρία, σ' ευχαριστώ πολύ για την προτροπή!



[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
26 Σχόλια
Στους ξεχασμένους δρόμους

Στους ξεχασμένους δρόμους



Στις γειτονιές του κόσμου βρίσκεσαι μονάχη
ακροπατώντας στις λιμνούλες που σχηματίζει το νερό
βροχή σταλάζει κάθε σου βλέμμα
καθώς πονάς για της ψυχής σου το κενό

Ουρλιάζει δίπλα σου η φωνή της πόλης
σκίζει το πέπλο της σιωπής
μα εσύ ακούς μόνο τον ήχο
της ερημωμένης σου ζωής.

Στους ξεχασμένους δρόμους βγήκες σεργιάνι
για ν’ ανταμώσεις τη λησμονιά
τον πόνο όμως φοράς σα ρούχο
που κάνει τα βήματα βαριά…

Κι αν ένα ρόδο βρεθεί στο διάβα σου
αντί τ’ αγκάθια του να φοβηθείς
σκύψε και νιώσε την ευωδιά του
είναι το χέρι, για να πιαστείς…


Το παραπάνω ποίημα έλαβε μέρος στο 20ο Συμπόσιο Ποίησης που οργανώνει η καλή μου φίλη η Αριστέα στο blog της "Η ζωή είναι ωραία".



[ Διαβάστε περισσότερα ]
Marina
14 Σχόλια
Ζωής μονοπάτια

Ζωής μονοπάτια



Το σενάριο της ζωής του γραμμένο πριν γεννηθεί
Ο ρόλος του δόθηκε χωρίς να ρωτηθεί.

Μετανάστης!

Τι κι αν ονειρευόταν μια καλύβα κι ένα τζάκι να καίει…
Στη θάλασσα βρέθηκε να αναζητά τον ήλιο
παλεύοντας με τα κύματα.

Κι αυτή, τον κράτησε κοντά της
κι έκανε την υγρή αγκαλιά της
αιώνια φυλακή
όσων ζήτησε, όσων λαχτάρησε, όσων πόθησε…

---------------

To παραπάνω ποίημα έλαβε μέρος στο 12ο "Παίζοντας με τις λέξεις" που ζωντανεύει στο όμορφο blog mytripssonblog.blogspot.gr της αγαπημένης φίλης Μαρίας. Οι υποχρεωτικές λέξεις σημειώνονται με κόκκινο.
Μια συμμετοχή που βγαίνει ετεροχρονισμένα, λόγω πολλών υποχρεώσεων, στον διαδικτυακό αέρα. Θέλω όμως να πιστεύω, πως θα τύχω της κατανόησής σας, αφού η έκφραση και η δημιουργία δεν έχουν τόπο, χρόνο, εποχή...



[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
17 Σχόλια
Σύνορα...

Σύνορα...



Της λησμονιάς το σύνορο, πέρασα απόψε πάλι,,,
Βουή κι αντάρα η ψυχή, πισωπατά στις αναμνήσεις
κι αποζητά τη χαμένη ευτυχία εκεί, που σταματά ο χρόνος

Έλα να συναντηθούμε στο μονοπάτι το κρυφό
με μια αγκαλιά να ξεχαστούμε στου κόσμου το απόβραδο
εκεί, που κανείς δεν ορίζει τίποτα εκεί, που χάνεται ο ήλιος

Στο απέραντο σύμπαν θα γίνω ιχνηλάτης σου
με της ψυχής μου το φως θα φέξω τα βήματά σου για να με βρεις,
για να ορίσεις απ' την αρχή το είναι μου!

Μη φοβηθείς! Τα όνειρα είναι για να τα ζούμε πρώτα στις σκέψεις μας
Οι λέξεις. έγιναν για να μιλούν πρώτα στην ψυχή μας
Τα σύνορα έγιναν για κείνους που δεν βλέπουν...


...
Οι οι τρεις πρώτες σειρές (που αποτελούνται από 25 λέξεις), έλαβαν μέρος στο διαδικτυακό δρώμενο 25 Λέξεις #11 της καλής μου φίλης Μαρίας Νικολάου που οργανώνει ακούραστα στο blog της "Το Κείμενο".


[ Διαβάστε περισσότερα ]
Marina
12 Σχόλια
Ανοιξιάτικο δειλινό...

Ανοιξιάτικο δειλινό...



Τι τραγούδι να πω για σένα,
τι λουλούδι να σου βρω,
ποιες λέξεις να διαλέξω,
να περιγράψω το λυγμό...

Αυτόν, που πνίγει με αυθάδεια τα λόγια
αυτόν, που βυθίζει τη ψυχή
σε θάλασσα ανταριασμένη
και σκοτεινή...

Με τη φυγή σου αλλάξαν όλα!
'Εγινε δείλι το πρωινό
για όλους εκείνους που σ'αγαπάνε
χτύπημα είναι οδυνηρό.

Το ξέρω, θα ΄ρθει τώρα η νύχτα
το ξέρω, θα ΄ρθει πάλι η αυγή.
Όλα θα μπούνε ξανά σε κύκλο
όμως, εσύ δεν θα ΄σαι εκεί!

Τη μηχανή του χρόνου θα γυρίζω
για να σε βρίσκω να περπατάς
μέσα από θύμισες αγαπημένες
και να μου χαμογελάς

Καμιά φυγή σου δεν θα εμποδίσει
αυτό το αντάμωμα το νοερό
κι όσα μοιραστήκαμε θα ζωντανεύουν
μέσα στου χρόνου το κενό.
                                
                                                                                          Στη Λένα...


Η φωτογραφία αυτή συμμετείχε στο 3ο Δρώμενο Φωτογραφίζειν, της καλής μου φίλης
Μαρίας Νικολάου από το "Μια ματιά στον ήλιο με γιορτινά".
Την τράβηξα ένα ανοιξιάτικο δειλινό και το επόμενο πρωί έμαθα πως η αγαπημένη εφηβική μου φίλη,
το κορίτσι που μοιραζόταν μαζί μου το θρανίο, τα μυστικά, τα όνειρα για το μέλλον, έφυγε από κοντά μας...





[ Διαβάστε περισσότερα ]
Marina
20 Σχόλια