Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Powered By | blogger widgets

Ο Θούριος του Ρήγα Φερραίου

Με αφορμή την εθνική μας επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821...





















Ως πότε παλληκάρια, θα ζούμε στα στενά, 

μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.



Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψένουν, καθ’ ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθείς
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθείς.

Δουλεύεις όλη ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πει,
κι αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιει.
Ο Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν’ να ιδείς.

Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι αμέτρητοι άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά αφορμή.

Ελάτε με έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

Οι νόμοι να ’ ν ’ ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
και της πατρίδος ένας, να γένει αρχηγός.
Γιατί κι η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
να ζούμε σαν θηρία, είν’ πιο σκληρή φωτιά.

Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ’ απ’ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

Ω βασιλεύ του κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των τυράννων, να μην έλθω ποτέ.
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ,
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.

Εν όσο ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε να `ναι σταθερός.
Πιστός εις την πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για να `μαι, υπό τον στρατηγόν.

Κι αν παραβώ τον όρκον, ν’ αστράψ’ ο ουρανός,
και να με κατακόψει, να γένω σαν καπνός.

Σ’ ανατολή και δύση, και νότον και βοριά,
για την πατρίδα όλοι, να `χωμεν μια καρδιά.
Στην πίστην του καθ’ ένας, ελεύθερος να ζει,
στην δόξαν του πολέμου, να τρέξωμεν μαζί.

Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,
Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,
Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,
πως είμαστ’ αντρειωμένοι, παντού να ξακουσθεί.

Όσοι απ’ την τυραννίαν, πήγαν στην ξενιτιά
στον τόπον του καθ’ ένας, ας έλθει τώρα πια.
Και όσοι του πολέμου, την τέχνην αγροικούν
Εδώ ας τρέξουν όλοι, τυρράνους να νικούν.

Η Ρούμελη τους κράζει, μ’ αγκάλες ανοιχτές,
τους δίδει βιό και τόπον, αξίες και τιμές.
Ως ποτ’ οφικιάλιος, σε ξένους Βασιλείς;
έλα να γένεις στύλος, δικής σου της φυλής.

Κάλλιο για την πατρίδα, κανένας να χαθεί
ή να κρεμάσει φούντα, για ξένον στο σπαθί.
Και όσοι προσκυνήσουν, δεν είναι πια εχθροί,
αδέλφια μας θα γένουν, ας είναι κι εθνικοί.

Μα όσοι θα τολμήσουν, αντίκρυ να σταθούν,
εκείνοι και δικοί μας, αν είναι, ας χαθούν.
Σουλιώτες και Μανιάτες, λιοντάρια ξακουστά
ως πότε στες σπηλιές σας, κοιμάστε σφαλιστά;

Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραητοί,
κι Αγράφων τα ξεφτέρια, γεννήστε μια ψυχή.
Ανδρείοι Μακεδόνες, ορμήσετε για μια,
και αίμα των τυράννων, ρουφήξτε σαν θεριά.

Του Σάββα και Δουνάβου, αδέλφια Χριστιανοί,
με τα άρματα στο χέρι, καθ’ ένας ας φανεί,
Το αίμα σας ας βράσει, με δίκαιον θυμόν,
μικροί μεγάλοι ομώστε, τυράννου τον χαμόν.

Λεβέντες αντρειωμένοι, Μαυροθαλασσινοί,
ο βάρβαρος ως πότε, θε να σας τυραννεί.
Μην καρτερείτε πλέον, ανίκητοι Λαζοί,
χωθείτε στο μπογάζι, μ’ εμάς και σεις μαζί.

Δελφίνια της θαλάσσης, αζδέρια των νησιών,
σαν αστραπή χυθείτε, χτυπάτε τον εχθρόν.
Της Κρήτης και της Νύδρας, θαλασσινά πουλιά,
καιρός είν’ της πατρίδος, ν’ ακούστε την λαλιά.

Κι όσ’ είστε στην αρμάδα, σαν άξια παιδιά,
οι νόμοι σας προστάζουν, να βάλετε φωτιά.
Με εμάς κι εσείς Μαλτέζοι, γενείτε ένα κορμί,
κατά της τυραννίας, ριχθείτε με ορμή.

Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί,
ζητά την συνδρομήν σας, με μητρική φωνή.
Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;
τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός.

Τους μπούφους και κοράκους, καθόλου μην ψηφάς,
με τον ραγιά ενώσου, αν θέλεις να νικάς.
Συλήστρα και Μπραίλα, Σμαήλι και Κιλί,
Μπενδέρι και Χωτήνι, εσένα προσκαλεί.

Στρατεύματα σου στείλε, κι εκείνα προσκυνούν
γιατί στην τυραννίαν, να ζήσουν δεν μπορούν.
Γκιουρντζή πια μη κοιμάσαι, σηκώσου με ορμήν,
τον Προύσια να μοιάσεις, έχεις την αφορμήν.

Και συ που στο Χαλέπι, ελεύθερα φρονείς
πασιά καιρόν μη χάνεις, στον κάμπον να φανείς.
Με τα στρατεύματά σου, ευθύς να σηκωθείς,
στης Πόλης τα φερμάνια, ποτέ να μη δοθείς.

Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά,
δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά.
Χαράτζι της Αιγύπτου, στην Πόλη ας μη φανεί,
για να ψοφήσει ο λύκος, όπου σας τυραννεί.

Με μια καρδιά όλοι, μια γνώμη, μια ψυχή,
χτυπάτε του τυράννου, την ρίζα να χαθεί.
Να ανάψουμε μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
να τρέξει από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά.

Ψηλά στα μπαϊράκια, σηκώστε τον σταυρόν,
και σαν αστροπελέκια, χτυπάτε τον εχθρόν.
Ποτέ μη στοχαστείτε, πως είναι δυνατός,
καρδιοχτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι αυτός.

Τριακόσιοι Γκιρτζιαλήδες, τον έκαμαν να ιδεί,
πως δεν μπορεί με τόπια, μπροστά τους να εβγεί.
Λοιπόν γιατί αργείτε, τι στέκεστε νεκροί;
ξυπνήστε μην είστε ενάντιοι κι εχθροί.

Πως οι προπάτορές μας, ορμούσαν σαν θεριά,
για την ελευθερία, πηδούσαν στη φωτιά.
Έτσι κι ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξουμε για μια
τα άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά.

Να σφάξουμε τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν,
και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν.
Στεργιάς και του πελάγου, να λάμψει ο σταυρός,
και στην δικαιοσύνην, να σκύψει ο εχθρός.

Ο κόσμος να γλιτώσει, απ’ αύτην την πληγή,
κι ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη.


(Μελοποιημένες είναι οι τρεις πρώτες στροφές από το Χρήστο Λεοντή, το 1975)




Τα αγαπημένα του μήνα

Ήταν πανσέληνος, θυμάσαι;

Βραδιά πανσέληνου και μια χούφτα ασήμι σκορπά στον ορίζοντα λούζει τα πλακόστρωτα, τις μικρές αυλές τα λαξεμένα χωριά, που σκαρφαλώνουν στα βραχώδη νησάκια  των Κυκλάδων και της άγονης γραμμής
Ανάμεσα στις βουκαμβύλιες και στα ασβεστωμένα παρτέρια ξεπηδούν βήματα που μετρούν τη γοητεία τόπων μαγικών κι εκεί παρέα με το θαλασσινό αγέρι όρκους δίνουν έρωτα σε τρυφερά χείλη
Στην άμμο, κοχύλια ασημόχρυσα πολύτιμα πετράδια γίνονται κι αποθέτονται μ’ ευλάβεια σε κοριτσίστικους λαιμούς Φιλιά και όνειρα σκορπίζονται στη γλυκιά νύχτα μαζί με τους ήχους του παφλασμού
Μετρά το κύμα καλοκαίρια και κορμιά εικόνες που μπλέκονται στο χώρο και στο χρόνο κι αφήνουν αποτύπωμα βαθύ σε καρδιές αλώβητες μοναχικές Ήταν πανσέληνος, θυμάσαι;
Χορεύουν ανέμελα οι φλόγες της φωτιάς κι εγώ κουρνιάζω ξανά στην αγκαλιά σου Ο ήχος των ονείρων μας μου λέει ψιθυριστά Ήταν πανσέληνος, δε ξέχασα, γι’ αυτό θα είμαι πάντα κοντά σου…



Καφές φραπέ, μια ελληνική ιστορία 60 χρόνων...

Συνηθίζουμε να λέμε ελληνικό τον καφέ που γίνεται στο μπρίκι, με το μερακλίδικο καϊμάκι και το εκπληκτικό άρωμα. Ελληνικός όμως είναι και ο φραπέ, αφού έλληνας τον επινόησε, εδώ και 60 χρόνια.

Η ιστορία ξεκινά από την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης όπου γεννήθηκε τυχαία το 1957, ο φραπέ από τον Δημήτρη Βακόνδιο. Ο αντιπρόσωπος της ελβετικής εταιρείας Νεστλέ στην Ελλάδα Γιάννης Δρίτσας, παρουσίασε ένα νέο προϊόν για παιδιά στη ΔΕΘ. Ένα σοκολατούχο ρόφημα που παρασκευαζόταν στιγμιαία αναμιγνύοντας το με γάλα και χτυπώντας το στο σέικερ. Προϊόν της ίδιας εταιρίας ήταν και ο στιγμιαίος καφές nescafe, που ήταν ο αγαπημένος του Δημήτρη Βισκόνδιου και συνήθιζε να τον πίνει μέχρι τότε ζεστό. παρασκευασμένο με βραστό νερό και ζάχαρη. Στο διάλειμμα του στη ΔΕΘ, επειδή δεν έβρισκε βραστό νερό, σκέφτηκε να βάλει στο σέικερ το στιγμιαίο καφέ, τη ζάχαρη και κρύο νερό, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο φραπέ της ιστορίας.

Από τότε, υπήρξαν διάφορες παραλλαγές με τα βασικά στοιχεία το στιγμιαίο καφέ, το κρύο…

Κρέμες προσώπου από 6 έως 20 ευρώ

Ποιος είπε ότι οι κρέμες προσώπου, πρέπει να είναι ακριβές για να είναι καλές; Είναι ένας μύθος που έχει προ πολλού καταριφθεί κι ας φοβόμαστε να το παραδεχθούμε…

Στα ράφια των selfservice, μπορούμε να βρούμε κρέμες προσώπου που θα περιποιηθούν το δέρμα μας, χωρίς να αδειάσουν το ήδη …ταλαιπωρημένο πορτοφόλι μας. Κρέμες που η τιμή τους ξεκινά από 6 ευρώ και δεν ξεπερνά τα 20 στην ακριβότερη εκδοχή τους.

Ισχυρός συναισθηματικά, άνθρωπος

Πόσο εύκολα θα μπορούσε να περιγράψει κανείς ένα άνθρωπο, που είναι συναισθηματικά ισχυρός; Είναι διαφορετικός από τους άλλους στην όψη, στην περπατησιά, στην ομιλία;... Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί τόσο εύκολα. Σίγουρα όμως δεν κυκλοφορεί με ταμπελίτσα στο μέτωπο, ούτε έχει πράσινο δέρμα...Δεν μπορούμε να σας πούμε τι ακριβώς κάνει, μπορούμε όμως να σας πούμε τι δεν κάνει!!!

Αν σ' αρέσει μπάρμπα-Λάμπρο, ξαναπέρνα από την Άνδρο...

(από πού προήλθε η φράση) Το 1788 η Ρωσία ξεσήκωσε για δεύτερη φορά τον ελληνισμό εναντίων των Τούρκων. Μεγάλος ήρωας της επανάστασης αυτής αναδείχτηκε ο θαλασσομάχος Λάμπρος Κατσώνης.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...