Σελίδες

Ετικέτες

Αρχική σελίδα

1/3/15

Κάρολος Κουν, ο πατέρας του Θεάτρου Τέχνης


Ο Κάρολος Κοέν, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1908 στην Προύσα από πατέρα (Ερρίκος Κοέν) κατά το ήμισυ έλληνα χριστιανό και κατά το άλλο ήμισυ γερμανοπωλονοεβραίο και μητέρα (Μελπομένη Παπαδοπούλου) ελληνίδα χριστιανή. 



Ο Κάρολος μεγάλωσε με πρωσογερμανίδα γκουβερνάντα και με κατ' οίκον δασκάλους και ήταν ένα μοναχικό παιδί που πολύ γρήγορα άρχισε να ξεδιπλώνει τα καλλιτεχνικά του χαρίσματα. Συχνά σχημάτιζε μελωδίες στην πιανόλα του σαλονιού και έκοβε τα μοντέλα από τα περιοδικά μόδας της μητέρας του, για να κάνει θέατρο. Τα έπιπλα του σαλονιού αποτελούσαν το σκηνικό, που με τη φαντασία του μετέτρεπε σε ό,τι χρειαζόταν το "έργο". 


Φοίτησε στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης εσώκλειστος. Το 1928 με την αποφοίτησή του, εγκαταλείπει την Πόλη και σπουδάζει Αισθητική στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Ένα χρόνο αργότερα, το 1929, θα εγκατασταθούν με τη μητέρα του στην Αθήνα και θα διοριστεί καθηγητής αγγλικών στο Κολλέγιο Αθηνών. 


Η πρώτη εμφάνισή του ως σκηνοθέτης είναι με μαθητές του Κολλεγίου με το έργο του Σέριφ "Το τέλος του ταξιδιού" ενώ παρουσιάζει έργα του Αριστοφάνη (Όρνιθες, Βάτραχοι, Κύκλωπας, Πλούτος) αλλά και του Σαίξπηρ (Όνειρο Θερινής Νυκτός). 


Καθοριστική είναι η γνωριμία του με το Φώτη Κόντογλου, που τον βοηθά να γνωρίσει κάθε τι ελληνικό, κάτι που θέλει να μεταφέρει και στη σκηνή και για το λόγο αυτό, ιδρύει μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και το δημοσιογράφο Διονύσιο Δεβάρη, το χειμώνα του 1933 τη Λαϊκή Σκηνή. Η πρώτη παράσταση ήταν με την "Ερωφίλη" του Χορτάτση τον Απρίλιο του 1934, στο θέατρο Ολύμπια και ο Κουν τοποθετεί τους ηθοποιούς σύμφωνα με τις αγιογραφίες του Κόντογλου, φωτίζοντάς τους σαν από φως καντηλιού. 

Δυο χρόνια λειτούργησε η Λαϊκή Σκηνή, παρουσιάζοντας έργα όπως: "Άλκηστις", "Πλούτος", "Ο κατά φαντασίαν ασθενής", και "Παντρολογήματα", συνεργαζόμενη με διάφορους θιάσους όπως της κ.Κατερίνας, της Μ. Κοτοπούλη κ.α.


Όνειρό του είναι να δημιουργήσει τη δική του μόνιμη ομάδα, να διδάξει ηθοποιούς που θα βλέπουν το θέατρο ως λειτούργημα και όχι ως επάγγελμα και το καταφέρνει το 1942, ιδρύοντας το Θέατρο Τέχνης. Πρώτο έργο που ανέβασε η "Αγριόπαπια" του Ίψεν, ενώ ακολούθησαν έργα του Μπέρναρντ Σω, του Λ. Πιραντέλλο και μετά την απελευθέρωση για πρώτη φορά στην Ελλάδα, παρουσιάζει έργα του Λόρκα, του Τενεσί Ουίλιαμς, του Μίλερ και άλλων. Την ίδια χρονιά (1942) ιδρύει και τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου του, στην οποία μαθητεύουν οι σημαντικότεροι ηθοποιοί και σκηνοθέτες της μεταπολεμικής γενιάς. 

Κοντά του μαθήτευσαν και θεωρούνται πνευματικά του παιδιά ο Β. Διαμαντόπουλος, η Ε. Χατζηαργύρη, ο Λ. Καλλέργης, ο Π. Ζερβός, η Δ. Ζαβιτσιάνου, η Μ. Λυμπεροπούλου, ο Γ. Φέρτης, ο Γ. Μιχαλακόπουλος, ο Θ. Καρακατσάνης, η Ρ. Πιττακή, η Ε. Κοταμανίδου, ο Μ. Χρυσομάλλης, ο Γ. Αρμένης, ο Κ. Μπάκας, ο Γ. Λαζάνης, ο Γ. Γκιωνάκης, ο Μ. Κουγιουμτζής, αν και παιδιά του μπορούν να θεωρηθούν και οι στενοί του συνεργάτες, όπως ο Μ. Πλωρίτης, ο Μ. Χατζηδάκης, ο Γ. Τσαρούχης, ο Κ. Σταματίου, ο Γ. Σεβαστικόγλου και οι περισσότεροι ηθοποιοί του Κυπριακού Θεάτρου.


Οι οικονομικές δυσκολίες αναστέλλουν τη λειτουργία του Θεάτρου Τέχνης το 1949, το οποίο ανοίγει πάλι το 1954 σε μορφή κυκλικού θεάτρου. Την περίοδο αυτή (1950 - 53) ο Κάρολος Κουν συνεργάζεται με το Εθνικό Θέατρο σκηνοθετώντας Τσέχοφ, Λ. Πιραντέλο, Σαίξπηρ (Ο θείος Βάνιας, Οι τρεις αδερφές, Άνθρωποι και ποντίκια, Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας).




Το 1954 με μαθητές της Δραματικής σχολής του, συγκροτεί πάλι το Θέατρο Τέχνης και παρουσιάζει έργα του ξένου μεταπολεμικού θεάτρου (Μπρέχτ, Ιονέσκο, Μπέκετ, Πίντερ, Ντάριο Φο, Αραμπάλ κ.α), έργα νέων ελλήνων συγγραφέων (Σεβαστίκογλου, Καμπανέλλη, Κεχαΐδη, Σκούρτη, Αναγνωστάκη, Ευθυμιάδη) καθώς και αρχαίων τραγικών και φυσικά Αριστοφάνη. Η στέγη πια μόνιμη δική του στο κυκλικό υπόγειο της Στοάς Ορφέως.

Το 1959 παρουσιάζει τους Όρνιθες του Αριστοφάνη (Φεστιβάλ Αθηνών) σε μια παράσταση σκάνδαλο λόγω της πρωτοποριακής μορφής της. Μάλιστα διακόπηκε από τις διαμαρτυρίες των θεατών. Τρία όμως χρόνια αργότερα στο Φεστιβάλ των Εθνών στο Παρίσι θα μοιραστούν το πρώτο βραβείο με το Εθνικό Θέατρο!


Όπως συμβαίνει συνήθως, ενώ κέρδισε την εκτίμηση, το σεβασμό και την αναγνώριση από την Ευρώπη, στον τόπο του εισπράττει περιφρόνηση και χλευασμό, αλλά παρόλα αυτά μένει στην Ελλάδα και αρνείται να σκηνοθετήσει στα μεγαλύτερα θέατρα Ευρώπης και Αμερικής που του προτάθηκε. 

Μία φορά μόνο το 1967 σκηνοθέτησε στο Στράτφορντ "Ρωμαίο & Ιουλιέτα", αποδεχόμενος πρόσκληση από το Βασιλικό Σαιξπηρικό Θέατρο της Αγγλίας. Η αγγλική κριτική χαρακτήρισε την παράσταση αυτή ως την καλύτερη σαιξπηρική παράσταση της δεκαετίας.

Χάρη στον Κάρολο Κουν το ελληνικό κοινό γνωρίζει τα σύγχρονα ξένα θεατρικά ρεύματα αλλά και τους σπουδαιότερους έλληνες συγγραφείς. 
Τη δεκαετία 1974 - 1983 δημιουργεί και δεύτερη σκηνή τη "Λαϊκή", η οποία λειτούργησε στο Θέατρο Βεάκη. 

Το 1980 το θέατρο Τέχνης μπήκε στην Επίδαυρο με τη μεγαλειώδη παράσταση της τριλογίας «Ορέστεια» του Αισχύλου και οργώνει με παραστάσεις αρχαίου δράματος την Ευρώπη. 

Η ερευνά του πάνω στην αναβίωση του Αρχαίου Δράματος θεωρείται από τις εγκυρότερες. Οι παραστάσεις των «Ορνίθων» και των «Περσών» γίνονται πρότυπα για τους νεότερους σκηνοθέτες. Ο ίδιος, όμως, ο Κουν έλεγε πως δε φτάνουν δυο ζωές για να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με την ερμηνευτική προσέγγιση του Αρχαίου Δράματος.

Το 1984 με τη βοήθεια του ελληνικού κράτους αποκτά στην Πλάκα δεύτερη θεατρική στέγη, το Θέατρο Καρόλου Κουν, ενώ τιμήθηκε με το παράσημο Φοίνικα, το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών και το βραβείο Θεάτρου των Εθνών. 


Τρία χρόνια αργότερα το 1987 στις 8 Φεβρουαρίου μπαίνει στο νοσοκομείο με έντονους πόνους στο στήθος και φεύγει από τη ζωή έξι μέρες αργότερα στις 14 Φεβρουαρίου και ενώ κάνει πρεμιέρα το έργο "Ο ήχος του όπλου" της Λούλας Αναγνωστάκη που είχε αρχίσει να σκηνοθετεί στο "Υπόγειο", στο Θέατρο Τέχνης. Ήταν 78 χρόνων.


Αμέτρητα τα έργα που σκηνοθέτησε και παρουσίαση στην πολύχρονη θεατρική διαδρομή του. Το ελληνικό θέατρο οφείλει πολλά σ' αυτή τη μεγάλη καλλιτεχνική μορφή, που το σημάδεψε με την ποιότητα και το όραμά του. Δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσει κανείς παραστάσεις, ενώ ειναι δύσκολο να τις αναφέρει όλες. 


Ενδεικτικά αναφέρουμε: 

"Το παιχνίδι της σφαγής" του Ε. Ιονέσκο (1970-71), "Τρωίλος και Χρυσηίδα" του Σαίξπηρ (1972-73), "Ο τρόμος και η αθλιότητα του Γ΄ Ράιχ" του Μπ. Μπρεχτ (1974-75), "Τρεις αδερφές" του Α. Τσέχοφ (1975-76), "Η αληθινή απολογία του Σωκράτη" του Κ. Βάρναλη (1976-77), "Ο αυτόχειρ" του Ν. Έρντμαν (1977-78), "Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού" του Ι. Καμπανέλλη (1978-79), "Δάφνες και Πικροδάφνες" των Δ. Κεχαΐδη - Ε. Χαβιαρά (1979-80), "Το σόι" του Γ. Αρμένη (1980-81), "Το Πιστοποιητικό" του Ν. Έρντμαν (1981-82), "Το Πανηγύρι" του Δ. Κεχαΐδη (1982-83), "Θαμμένο παιδί" του Σ. Σέπαρντ (1983-84), "Ούτε κρύο ούτε ζέστη" του Φ. Κρετς (1984-85), "Ριχάρδος Γ΄" του Σαίξπηρ (1985-86), "Εσωτερικές φωνές" του Ε. ντε Φιλίππο (1986-87), "Ο ήχος του Όπλου" της Λ. Αναγνωστάκη (1986-87). Το Θέατρο Τέχνης συμμετείχε σε πολλά ελληνικά (Αθηνών, Επιδαύρου, Φιλίππων κ.ά.) και ξένα (Λονδίνου, Παρισιού, Μονάχου, Βιέννης κ.ά.) φεστιβάλ.

Στη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε λίγες μέρες μετά το θάνατό του, κληροδότησε τον τίτλο Θέατρο Τέχνης στους Γ. ΛαζάνηΜ. Κουγιουμτζή και Γ. Αρμένη με την προτροπή να συνεχίσουν τη συνεργασία τους στο Θέατρο Τέχνης Κ. Κουν.


πηγές: wikipedia.org, sansimera.gr

κείμενο: to e-periodiko mas
Blogger Widget