Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Powered By | blogger widgets

Το παράπονο ενός βιβλίου

Γράφει ο Διονύσης Ε. Κονταρίνης




Φίλοι μου γειά σας. 
Είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Ένα βιβλίο που έχει γράψει κάποιος δικός μας, Έλληνας μετανάστης. Απόδημος, όπως αρέσει να τους ονομάζουν. Ένα βιβλίο που έχει γράψει κάποιος Έλληνας που ζει στα ξένα. 

Κάποιοι λένε ότι είμαι ένα καλό βιβλίο αλλά δεν με αγοράζουν. Κάποιοι άλλοι λένε ότι δεν αξίζω τίποτα και ούτε αυτοί με αγοράζουν. Πάντως εγώ είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Έχω ένα όμορφο εξώφυλλο με μιά έγχρωμη φωτογραφία από κάποιο ελληνικό τοπίο. Ο τίτλος του βιβλίου είναι γραμμένος με μεγάλα γράμματα. Στο οπισθόφυλλό μου είναι χαραγμένη η βιογραφία αυτού του φουκαρά που με έγραψε. Εκεί, σ΄αυτό το οπισθόφυλλο αναφέρει  τις σπουδές του, τους τίτλους του, τους αγώνες του, τι έχει γράψει και τι άλλο θα γράψει – αν τα καταφέρει – και έχει και μιά φωτογραφία του.  Ειλικρινά είναι συμπαθητικός παρ΄όλη την καράφλα του, την σκοροφαγωμένη γενειάδα του  και την κάπως κακοφτιαγμένη  μύτη του. Κατά τα άλλα είναι καλός. Πολύ καλός. Σαν άνθρωπος εννοώ. Σαν συγγραφέας, εγώ τι να πω; Αν κάποιος αποφασίσει να με διαβάσει ίσως αυτός να πει μιά γνώμη.


Όπως λέγαμε λοιπόν είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς σαν όλα τα άλλα βιβλία. Έχω κι΄εγώ τις σελίδες μου με τα νούμερά τους, έχω όμορφα γράμματα και μερικές φωτογραφίες.
Κατοικώ σ΄ένα ελληνικό παντοπωλείο της Νέας Υόρκης. Εδώ μ΄έφερε να μείνω, αυτός που με έγραψε, αφού δεν είχε που αλλού να με πάει. Δεν έχει σημασία αν το παντοπωλείο είναι στην Αστόρια, στο Μπρούκλυν, στο Φλάσινγκ. Σημασία έχει ότι είναι ένα ελληνικό παντοπωλείο που με φιλοξενεί – καλωσύνη του - με την ελπίδα να με πουλήσει να πάρει κάποια δολλάρια και να πάρει και άλλα λίγα αυτός ο φουκαράς που στραβώθηκε να με γράψει.

Βέβαια θα μπορούσα, και θα έπρεπε,  να κατοικώ στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου παρέα με άλλα βιβλία και όχι με τις εληές και τις σαρδέλες. Βλέπετε όμως κανείς ποτέ δεν φρόντισε να υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο γιά μας. Γιά τα ελληνικά βιβλία της ξενητιάς. Ποιός να φροντίσει;

Εδώ, στο παντοπωλείο που βρίσκομαι έχω τη τιμή να συγκατοικώ με τις εληές και τις σαρδέλες. Μη γελάτε!! Τι συντροφιά περιμένατε να έχω σε ένα παντοπωλείο; Και δεν είναι μόνο αυτές. Λίγο πιό πέρα διακρίνω κάτι τυριά, σε κάποια ράφια είναι τα όσπρια κι΄ακόμη υπάρχουν ταραμοσαλάτες, τυροκαφτερές, διάφορα τουρσιά, λακέρδες, χταποδάκι ξυδάτο, φύλλο γιά μπακλαβά και κανταΐφι και πολλά άλλα. Κάποια μέρα έφεραν δίπλα μου ένα κιβώτιο με μπακαλιάρο. Στην αρχή πειράχτηκα. Με ενόχλησε η μυρωδιά του. Τι να κάνω όμως. Το συνήθισα κι΄αυτό.  Κι΄έτσι όλοι μαζί, πιστέψτε με, είμαστε μιά πάρα πολύ όμορφη παρέα. Εληές, σαρδέλες, βιβλίο, τουρσιά, μπακαλιάρος.

Η αλήθεια είναι πως σαν πρωτόρθα εδώ όλοι αυτοί με κοίταξαν  με κάποια απορία. Ένα βιβλίο ανάμεσά μας, αναρωτήθηκαν. Τι ζητάει εδώ μέσα; Και δεν είχαν άδικο. Έτσι; Βέβαια εγώ δεν τους έδωσα σημασία. Προσπάθησα να κρατηθώ στο ύψος μου. Να κρατήσω τη θέση μου. Είμαι ένα βιβλίο, έλεγα στον εαυτό μου. Ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Δεν θα γίνω το ίδιο με τις εληές και τις σαρδέλες!! Με τον καιρό όμως συνήθησα. Αν μπορούσα ας έκανα κι΄αλλοιώς. Έτσι λοιπόν άρχισα να τους συμπαθώ όλους εκεί μέσα. Κι΄ακόμη άρχισε να μην με ενοχλεί η μυρουδιά του μπακαλιάρου.

Παρακολουθώ τους πελάτες που έρχονται  γιά να ψωνίσουν. Αγοράζουν από όλα τα είδη. Κανείς τους όμως δεν ρίχνει μιά ματιά και σε μένα. Βλέπω  τις εληές και τις σαρδέλες να φεύγουν, να έρχονται άλλες, να φεύγουν κι΄αυτές κι΄εγώ μένω εκεί. Κανείς δεν με κοιτάζει. Καμμιά φορά κάποιος μου δίνει και μιά σπρωξιά γιατί τον εμποδίζω να δει καλύτερα τις εληές και τις σαρδέλες. Ένας άλλος πάλι με πήρε και με πέταξε πάνω σ΄ένα τσουβάλι με φασόλια γίγαντες. Έννοιωσα άσχημα παρ΄όλη τη συμπάθεια που έχω γιά τα φασόλια γίγαντες.

Κάπου-κάπου περνάει αυτός ο ταλαίπωρος που με έγραψε, ο συγγραφέας που λένε, ρίχνει μιά ματιά, βλέπει πως είμαι εκεί και φεύγει απελπισμένος. Τον λυπάμαι τον κακομοίρη. Αλλά τι να του κάνω κι΄εγώ. Ας είχε μυαλό. Ήρθε στην ξενητιά γιά να προκόψει κι΄αντί να πάρει να πουλάει εληές και σαρδέλες πήρε να γράφει βιβλία. Ποιός του φταίει;
Μιά μέρα που μπήκε στο μπακάλικο, το αφεντικό του έβαλε τις φωνές.
-Φίλε. Πάρε τη σαβούρα σου από δω να μου αδειάσεις το χώρο. Τον χρειάζομαι γιά να βάλω άλλα πράμματα να βγάλω κάνα δολλάριο.

-Εν τάξει άνθρωπέ μου, του λέει ο δικός μου, ο συγγραφέας. Θάρθω αύριο να τα πάρω. Θα πάνε όλα γιά τη χωματερή.

Τώρα βέβαια εγώ δεν ξέρω τι είναι η χωματερή αλλά φαντάζομαι ότι θα είναι κάτι χειρότερο από το μπακάλικο γιατί τον είδα, τον δικό μου, σε μιά στιγμή να δακρύζει. Έσκυψε, με πήρε στα χέρια του, με κοίταζε καλά-καλά και είδα το δάκρυ που κυλούσε από το μάτι του. Τον λυπήθηκα τον φουκαρά.

Γι΄αυτό σας λέω φίλοι μου. Αν μπορείτε και θέλετε κάντε κάτι. Προωθήστε αυτό το γράμμα μου όπου μπορείτε. Στείλτε το σε όλους όσους νομίζετε ότι μπορούν να με αγαπήσουν. Πιστεύω πως κάπου θα πρέπει να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Δείξτε το στους δικούς σας, στους συγγενείς σας, στους, φίλους σας. Μα πιό πολύ δείξτε το στα παιδιά σας. Μην αρχίσουν κι΄αυτά να γράφουν ελληνικά βιβλία της ξενητιάς γιατί τα βλέπω να καταντάνε σαν τον δικό μου, τον συγγραφέα. Φίλοι μου. Βοηθείστε με. Δεν θέλω να πάω στη χωματερή. Στείλτε το γράμμα μου όπου μπορείτε. Προς Θεού όμως. Σας παρακαλώ μην ενοχλήστε την ελληνική Κυβέρνηση, το Υπουργείο Πολιτισμού, την Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού, το ΣΑΕ, την Αρχιεπισκοπή. Γιά όνομα του Θεού. Οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να ασχοληθούν με μένα. Με το ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Έχουν άλλα πιό σοβαρώτερα να κάμουν. Αφήστε τους αυτούς. Μην τους δημιουργήσετε πρόβλημα. Άλλωστε αμφιβάλω αν γνωρίζουν τι είναι το ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς.


Γειά σας φίλοι μου. Φεύγω γιά την χωματερή!


Αφού ευχαριστήσουμε τον καλό μας φίλο Διονύση Κονταρίνη, για την τιμή που μας έκανε να μας δώσει το κείμενό του να το δημοσιεύσουμε, καλούμε όσους φίλους bloggers αγαπούν το βιβλίο, να το αναδημοσιεύσουν!

Μαρίνα - Όλγα

Τα αγαπημένα του μήνα

Ήταν πανσέληνος, θυμάσαι;

Βραδιά πανσέληνου και μια χούφτα ασήμι σκορπά στον ορίζοντα λούζει τα πλακόστρωτα, τις μικρές αυλές τα λαξεμένα χωριά, που σκαρφαλώνουν στα βραχώδη νησάκια  των Κυκλάδων και της άγονης γραμμής
Ανάμεσα στις βουκαμβύλιες και στα ασβεστωμένα παρτέρια ξεπηδούν βήματα που μετρούν τη γοητεία τόπων μαγικών κι εκεί παρέα με το θαλασσινό αγέρι όρκους δίνουν έρωτα σε τρυφερά χείλη
Στην άμμο, κοχύλια ασημόχρυσα πολύτιμα πετράδια γίνονται κι αποθέτονται μ’ ευλάβεια σε κοριτσίστικους λαιμούς Φιλιά και όνειρα σκορπίζονται στη γλυκιά νύχτα μαζί με τους ήχους του παφλασμού
Μετρά το κύμα καλοκαίρια και κορμιά εικόνες που μπλέκονται στο χώρο και στο χρόνο κι αφήνουν αποτύπωμα βαθύ σε καρδιές αλώβητες μοναχικές Ήταν πανσέληνος, θυμάσαι;
Χορεύουν ανέμελα οι φλόγες της φωτιάς κι εγώ κουρνιάζω ξανά στην αγκαλιά σου Ο ήχος των ονείρων μας μου λέει ψιθυριστά Ήταν πανσέληνος, δε ξέχασα, γι’ αυτό θα είμαι πάντα κοντά σου…



Καφές φραπέ, μια ελληνική ιστορία 60 χρόνων...

Συνηθίζουμε να λέμε ελληνικό τον καφέ που γίνεται στο μπρίκι, με το μερακλίδικο καϊμάκι και το εκπληκτικό άρωμα. Ελληνικός όμως είναι και ο φραπέ, αφού έλληνας τον επινόησε, εδώ και 60 χρόνια.

Η ιστορία ξεκινά από την Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης όπου γεννήθηκε τυχαία το 1957, ο φραπέ από τον Δημήτρη Βακόνδιο. Ο αντιπρόσωπος της ελβετικής εταιρείας Νεστλέ στην Ελλάδα Γιάννης Δρίτσας, παρουσίασε ένα νέο προϊόν για παιδιά στη ΔΕΘ. Ένα σοκολατούχο ρόφημα που παρασκευαζόταν στιγμιαία αναμιγνύοντας το με γάλα και χτυπώντας το στο σέικερ. Προϊόν της ίδιας εταιρίας ήταν και ο στιγμιαίος καφές nescafe, που ήταν ο αγαπημένος του Δημήτρη Βισκόνδιου και συνήθιζε να τον πίνει μέχρι τότε ζεστό. παρασκευασμένο με βραστό νερό και ζάχαρη. Στο διάλειμμα του στη ΔΕΘ, επειδή δεν έβρισκε βραστό νερό, σκέφτηκε να βάλει στο σέικερ το στιγμιαίο καφέ, τη ζάχαρη και κρύο νερό, δημιουργώντας έτσι τον πρώτο φραπέ της ιστορίας.

Από τότε, υπήρξαν διάφορες παραλλαγές με τα βασικά στοιχεία το στιγμιαίο καφέ, το κρύο…

Κρέμες προσώπου από 6 έως 20 ευρώ

Ποιος είπε ότι οι κρέμες προσώπου, πρέπει να είναι ακριβές για να είναι καλές; Είναι ένας μύθος που έχει προ πολλού καταριφθεί κι ας φοβόμαστε να το παραδεχθούμε…

Στα ράφια των selfservice, μπορούμε να βρούμε κρέμες προσώπου που θα περιποιηθούν το δέρμα μας, χωρίς να αδειάσουν το ήδη …ταλαιπωρημένο πορτοφόλι μας. Κρέμες που η τιμή τους ξεκινά από 6 ευρώ και δεν ξεπερνά τα 20 στην ακριβότερη εκδοχή τους.

Ισχυρός συναισθηματικά, άνθρωπος

Πόσο εύκολα θα μπορούσε να περιγράψει κανείς ένα άνθρωπο, που είναι συναισθηματικά ισχυρός; Είναι διαφορετικός από τους άλλους στην όψη, στην περπατησιά, στην ομιλία;... Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί τόσο εύκολα. Σίγουρα όμως δεν κυκλοφορεί με ταμπελίτσα στο μέτωπο, ούτε έχει πράσινο δέρμα...Δεν μπορούμε να σας πούμε τι ακριβώς κάνει, μπορούμε όμως να σας πούμε τι δεν κάνει!!!

Αν σ' αρέσει μπάρμπα-Λάμπρο, ξαναπέρνα από την Άνδρο...

(από πού προήλθε η φράση) Το 1788 η Ρωσία ξεσήκωσε για δεύτερη φορά τον ελληνισμό εναντίων των Τούρκων. Μεγάλος ήρωας της επανάστασης αυτής αναδείχτηκε ο θαλασσομάχος Λάμπρος Κατσώνης.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...