Σελίδες

Ετικέτες

Αρχική σελίδα

30/4/15

Το παράπονο ενός βιβλίου

Γράφει ο Διονύσης Ε. Κονταρίνης




Φίλοι μου γειά σας. 
Είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Ένα βιβλίο που έχει γράψει κάποιος δικός μας, Έλληνας μετανάστης. Απόδημος, όπως αρέσει να τους ονομάζουν. Ένα βιβλίο που έχει γράψει κάποιος Έλληνας που ζει στα ξένα. 

Κάποιοι λένε ότι είμαι ένα καλό βιβλίο αλλά δεν με αγοράζουν. Κάποιοι άλλοι λένε ότι δεν αξίζω τίποτα και ούτε αυτοί με αγοράζουν. Πάντως εγώ είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Έχω ένα όμορφο εξώφυλλο με μιά έγχρωμη φωτογραφία από κάποιο ελληνικό τοπίο. Ο τίτλος του βιβλίου είναι γραμμένος με μεγάλα γράμματα. Στο οπισθόφυλλό μου είναι χαραγμένη η βιογραφία αυτού του φουκαρά που με έγραψε. Εκεί, σ΄αυτό το οπισθόφυλλο αναφέρει  τις σπουδές του, τους τίτλους του, τους αγώνες του, τι έχει γράψει και τι άλλο θα γράψει – αν τα καταφέρει – και έχει και μιά φωτογραφία του.  Ειλικρινά είναι συμπαθητικός παρ΄όλη την καράφλα του, την σκοροφαγωμένη γενειάδα του  και την κάπως κακοφτιαγμένη  μύτη του. Κατά τα άλλα είναι καλός. Πολύ καλός. Σαν άνθρωπος εννοώ. Σαν συγγραφέας, εγώ τι να πω; Αν κάποιος αποφασίσει να με διαβάσει ίσως αυτός να πει μιά γνώμη.


Όπως λέγαμε λοιπόν είμαι ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς σαν όλα τα άλλα βιβλία. Έχω κι΄εγώ τις σελίδες μου με τα νούμερά τους, έχω όμορφα γράμματα και μερικές φωτογραφίες.
Κατοικώ σ΄ένα ελληνικό παντοπωλείο της Νέας Υόρκης. Εδώ μ΄έφερε να μείνω, αυτός που με έγραψε, αφού δεν είχε που αλλού να με πάει. Δεν έχει σημασία αν το παντοπωλείο είναι στην Αστόρια, στο Μπρούκλυν, στο Φλάσινγκ. Σημασία έχει ότι είναι ένα ελληνικό παντοπωλείο που με φιλοξενεί – καλωσύνη του - με την ελπίδα να με πουλήσει να πάρει κάποια δολλάρια και να πάρει και άλλα λίγα αυτός ο φουκαράς που στραβώθηκε να με γράψει.

Βέβαια θα μπορούσα, και θα έπρεπε,  να κατοικώ στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου παρέα με άλλα βιβλία και όχι με τις εληές και τις σαρδέλες. Βλέπετε όμως κανείς ποτέ δεν φρόντισε να υπάρχει ένα βιβλιοπωλείο γιά μας. Γιά τα ελληνικά βιβλία της ξενητιάς. Ποιός να φροντίσει;

Εδώ, στο παντοπωλείο που βρίσκομαι έχω τη τιμή να συγκατοικώ με τις εληές και τις σαρδέλες. Μη γελάτε!! Τι συντροφιά περιμένατε να έχω σε ένα παντοπωλείο; Και δεν είναι μόνο αυτές. Λίγο πιό πέρα διακρίνω κάτι τυριά, σε κάποια ράφια είναι τα όσπρια κι΄ακόμη υπάρχουν ταραμοσαλάτες, τυροκαφτερές, διάφορα τουρσιά, λακέρδες, χταποδάκι ξυδάτο, φύλλο γιά μπακλαβά και κανταΐφι και πολλά άλλα. Κάποια μέρα έφεραν δίπλα μου ένα κιβώτιο με μπακαλιάρο. Στην αρχή πειράχτηκα. Με ενόχλησε η μυρωδιά του. Τι να κάνω όμως. Το συνήθισα κι΄αυτό.  Κι΄έτσι όλοι μαζί, πιστέψτε με, είμαστε μιά πάρα πολύ όμορφη παρέα. Εληές, σαρδέλες, βιβλίο, τουρσιά, μπακαλιάρος.

Η αλήθεια είναι πως σαν πρωτόρθα εδώ όλοι αυτοί με κοίταξαν  με κάποια απορία. Ένα βιβλίο ανάμεσά μας, αναρωτήθηκαν. Τι ζητάει εδώ μέσα; Και δεν είχαν άδικο. Έτσι; Βέβαια εγώ δεν τους έδωσα σημασία. Προσπάθησα να κρατηθώ στο ύψος μου. Να κρατήσω τη θέση μου. Είμαι ένα βιβλίο, έλεγα στον εαυτό μου. Ένα ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Δεν θα γίνω το ίδιο με τις εληές και τις σαρδέλες!! Με τον καιρό όμως συνήθησα. Αν μπορούσα ας έκανα κι΄αλλοιώς. Έτσι λοιπόν άρχισα να τους συμπαθώ όλους εκεί μέσα. Κι΄ακόμη άρχισε να μην με ενοχλεί η μυρουδιά του μπακαλιάρου.

Παρακολουθώ τους πελάτες που έρχονται  γιά να ψωνίσουν. Αγοράζουν από όλα τα είδη. Κανείς τους όμως δεν ρίχνει μιά ματιά και σε μένα. Βλέπω  τις εληές και τις σαρδέλες να φεύγουν, να έρχονται άλλες, να φεύγουν κι΄αυτές κι΄εγώ μένω εκεί. Κανείς δεν με κοιτάζει. Καμμιά φορά κάποιος μου δίνει και μιά σπρωξιά γιατί τον εμποδίζω να δει καλύτερα τις εληές και τις σαρδέλες. Ένας άλλος πάλι με πήρε και με πέταξε πάνω σ΄ένα τσουβάλι με φασόλια γίγαντες. Έννοιωσα άσχημα παρ΄όλη τη συμπάθεια που έχω γιά τα φασόλια γίγαντες.

Κάπου-κάπου περνάει αυτός ο ταλαίπωρος που με έγραψε, ο συγγραφέας που λένε, ρίχνει μιά ματιά, βλέπει πως είμαι εκεί και φεύγει απελπισμένος. Τον λυπάμαι τον κακομοίρη. Αλλά τι να του κάνω κι΄εγώ. Ας είχε μυαλό. Ήρθε στην ξενητιά γιά να προκόψει κι΄αντί να πάρει να πουλάει εληές και σαρδέλες πήρε να γράφει βιβλία. Ποιός του φταίει;
Μιά μέρα που μπήκε στο μπακάλικο, το αφεντικό του έβαλε τις φωνές.
-Φίλε. Πάρε τη σαβούρα σου από δω να μου αδειάσεις το χώρο. Τον χρειάζομαι γιά να βάλω άλλα πράμματα να βγάλω κάνα δολλάριο.

-Εν τάξει άνθρωπέ μου, του λέει ο δικός μου, ο συγγραφέας. Θάρθω αύριο να τα πάρω. Θα πάνε όλα γιά τη χωματερή.

Τώρα βέβαια εγώ δεν ξέρω τι είναι η χωματερή αλλά φαντάζομαι ότι θα είναι κάτι χειρότερο από το μπακάλικο γιατί τον είδα, τον δικό μου, σε μιά στιγμή να δακρύζει. Έσκυψε, με πήρε στα χέρια του, με κοίταζε καλά-καλά και είδα το δάκρυ που κυλούσε από το μάτι του. Τον λυπήθηκα τον φουκαρά.

Γι΄αυτό σας λέω φίλοι μου. Αν μπορείτε και θέλετε κάντε κάτι. Προωθήστε αυτό το γράμμα μου όπου μπορείτε. Στείλτε το σε όλους όσους νομίζετε ότι μπορούν να με αγαπήσουν. Πιστεύω πως κάπου θα πρέπει να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Δείξτε το στους δικούς σας, στους συγγενείς σας, στους, φίλους σας. Μα πιό πολύ δείξτε το στα παιδιά σας. Μην αρχίσουν κι΄αυτά να γράφουν ελληνικά βιβλία της ξενητιάς γιατί τα βλέπω να καταντάνε σαν τον δικό μου, τον συγγραφέα. Φίλοι μου. Βοηθείστε με. Δεν θέλω να πάω στη χωματερή. Στείλτε το γράμμα μου όπου μπορείτε. Προς Θεού όμως. Σας παρακαλώ μην ενοχλήστε την ελληνική Κυβέρνηση, το Υπουργείο Πολιτισμού, την Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού, το ΣΑΕ, την Αρχιεπισκοπή. Γιά όνομα του Θεού. Οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να ασχοληθούν με μένα. Με το ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς. Έχουν άλλα πιό σοβαρώτερα να κάμουν. Αφήστε τους αυτούς. Μην τους δημιουργήσετε πρόβλημα. Άλλωστε αμφιβάλω αν γνωρίζουν τι είναι το ελληνικό βιβλίο της ξενητιάς.


Γειά σας φίλοι μου. Φεύγω γιά την χωματερή!


Αφού ευχαριστήσουμε τον καλό μας φίλο Διονύση Κονταρίνη, για την τιμή που μας έκανε να μας δώσει το κείμενό του να το δημοσιεύσουμε, καλούμε όσους φίλους bloggers αγαπούν το βιβλίο, να το αναδημοσιεύσουν!

Μαρίνα - Όλγα

Blogger Widget