Σελίδες

Ετικέτες

Αρχική σελίδα

8/11/15

"Ιστορίες της Νύχτας" - Μια αληθινή ιστορία...

2η συμμετοχή

Βρισκόμαστε κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 50...
Απόγευμα Σαββάτου, ξεκινά ένα επιβατηγό καράβι από τον Πειραιά για τη Μυτιλήνη με μπουνάτσα.Το ταξίδι μεγάλο, ξεπερνούσε τις δεκατέσσερις ώρες. Η νύχτα θα το έβρισκε στο πέλαγος και το λιμάνι δεν θα φαινόταν πριν από τις οχτώ το πρωί...

Αργά το βράδυ, καταμεσής του πελάγους, βρέθηκε σε θαλασσοταραχή μεγάλη. Κανείς από τους επιβάτες δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ενώ ξεκίνησαν με τόσο καλό καιρό και πέρασαν το Κάβο Ντόρο χωρίς πολλά κουνήματα, τώρα το καράβι έμοιαζε παραδομένο στο έλεος της φουρτούνας.

Όλο το πλήρωμα επί ποδός και ο καπετάνιος στη γέφυρα, κρατούσε μόνος του το τιμόνι! Κάτω από άλλες συνθήκες, με τη νύστα να βαραίνει τα βλέφαρα, οι επιβάτες θα είχαν γύρει το κεφάλι παραδομένοι στο κάλεσμα του Μορφέα. Τώρα όμως αναστατωμένοι, αφήνοντας τη νύστα κατά μέρος, κοιτούσαν τις καρέκλες στο σαλόνι του πλοίου, να πηγαίνουν πότε από τη μια και πότε από την άλλη, ακολουθώντας τον άγριο ρυθμό των μανιασμένων κυμάτων, που έκαναν το πολυταξιδεμένο σκαρί να μοιάζει καρυδότσουφλο...

Η νύχτα πυκνή και η θύελλα στο αποκορύφωμά της! Βροχή και δυνατός αέρας έκαναν αμφίβολη την έκβαση του ταξιδιού αυτού. Ο καπετάνιος κρατούσε με τα δυο του χέρια το τιμόνι με την αγωνία να αυλακώνει το πρόσωπό του. Δεν έκανε ζέστη, το αντίθετο μάλιστα, όμως στο μέτωπό του κόμποι ιδρώτα κυλούσαν και άλλαζαν δρόμο στα φρύδια του, για να καταλήξουν χαμηλά στους κροτάφους...

Έχω τόσες ψυχές να πάω στον τόπο τους, σκεφτόταν. Θεέ μου, βοήθα με να τους γλιτώσω!

Πριν προλάβει να τελειώσει τη σκέψη του, νιώθει δυο χέρια να κρατούν μαζί του το τιμόνι κι ένα πρόσωπο άγνωστο μα οικείο να του χαμογελά, μέσα στη στολή του καπετάνιου του Εμπορικού Ναυτικού, που φορούσε κι ο ίδιος!

Μη φοβάσαι, του είπε, θα τα καταφέρουμε!...
Λίγη ώρα αργότερα, σαν από θαύμα, η θύελλα καταλάγιασε και το καράβι άρχισε να πλέει με σιγουριά στους υδάτινους δρόμους του Αιγαίου, που οδηγούσαν στο νησί.

Ο καπετάνιος γύρισε με ανακούφιση προς τον αξιωματικό, που κρατούσε μαζί του το τιμόνι, αλλά δεν τον είδε εκεί...
Πού πήγε, μονολογούσε... θα τον βρω, να τον ευχαριστήσω για τη βοήθεια και τη συμπαράστασή του, θεωρώντας πως ήταν κάποιος από τους επιβάτες, που έβαλε στην κυριολεξία το χέρι του, για να σωθεί το καράβι!
Τότε, ακούει μια φωνή λίγο απόμακρη, σαν από το διπλανό δωμάτιο, να του λέει: "Δεν θέλω να μ' ευχαριστήσεις, μόνο όταν περνάς από το σπίτι μου στο Καγιάνι, σφύρα μου τρεις φορές"...

Στο Καγιάνι... σπίτια δεν υπήρχαν στο Καγιάνι, το ήξερε καλά! Χρόνια έκανε αυτό το δρομολόγιο και ήξερε τα παράλια του νησιού απ' έξω κι ανακατωτά. Στο Καγιάνι, το μόνο που μπορούσε να δει κανείς, ήταν ένα μικρό εκκλησάκι του Ταξιάρχη (όπως το λένε οι ντόπιοι) να ξεπροβάλει από την πυκνή φυλλωσιά των δέντρων, που άγγιζαν στην πανέμορφη ακρογιαλιά....

Η μέρα άρχισε σιγά - σιγά να κάνει την εμφάνισή της. Ένας λαμπερός ήλιος ξεπρόβαλε από το βάθος του γαλάζιου ορίζοντα και έριχνε χρυσαφένιες ματιές στα καταγάλανα νερά. Το βαπόρι σίγουρο και ατάραχο πλησίαζε το νησί. Εκείνος εκεί, στητός στη γέφυρα με τα κιάλια στο χέρι, έψαχνε να δει όσο πιο γρήγορα γινόταν τα πρώτα ίχνη γης.

Λίγο - λίγο και η στεριά με την καταπράσινη ομορφιά της έμοιαζε να πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Άρχισε να κοιτά ξανά με τα κιάλια και να ψάχνει πόντο - πόντο για σπίτια...
Δάσος, ελιές και πεύκα μέχρι την αμμουδιά. Να, το Καγιάνι, δέντρα, φυλλωσιές, να και το εκκλησάκι, σπίτια όμως, δεν φαίνονταν!...

Έδωσε εντολή να σφυρίξει το πλοίο τρεις φορές! Ο ήχος έσκισε την ησυχία του πρωινού, κάνοντας όλους να απορούν, αφού το λιμάνι δεν είχε καν φανεί!

- Καπετάνιε, θέλουμε τουλάχιστον μισή ώρα για να πιάσουμε λιμάνι! του είπε ο δεύτερος με απορία...
- Από σήμερα εδώ θα σφυράμε, του απάντησε, με τρόπο που δεν σήκωνε ούτε άλλη ερώτηση, αλλά ούτε και την παραμικρή αμφισβήτηση...

Πατώντας το πόδι του στη στεριά, πρωί Κυριακής πια, το πρώτο που θέλησε να κάνει ήταν να πάει στο εκκλησάκι του Ταξιάρχη στο Καγιάνι. Ένα ταξί τον οδήγησε γρήγορα τόσο, που η λειτουργία δεν είχε ακόμα τελειώσει.

Μπήκε μέσα, έκανε το σταυρό του, άναψε ένα κεράκι και προσκύνησε την εικόνα του, που δέσποζε στο μικρό ναό και περίμενε. Με το τέλος της λειτουργίας, ένιωσε την ανάγκη να μοιραστεί με τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί, την εμπειρία του. Στόμα με στόμα διαδόθηκαν από άκρη σ' άκρη σ' όλο το νησί, αλλά και σ' όλους τους ναυτικούς που έκαναν αυτό το ταξίδι, από τότε και μέχρι τις μέρες μας, τα λόγια του.

Όλα τα καράβια, από εκείνη την Κυριακή σφυράνε πάντα τρεις φορές, όχι μπαίνοντας στο λιμάνι, αλλά μισή ώρα νωρίτερα, όταν αντικρίζουν τον Ταξιάρχη και το "σπίτι" του!
Όσοι έχετε ταξιδέψει δια θαλάσσης για τη Μυτιλήνη, σίγουρα θα το έχετε παρατηρήσει...

Αυτή η ιστορία, είναι η δεύτερη συμμετοχή μου στις "Ιστορίες της Νύχτας" #2 της αγαπημένης φίλης Αριστέας, με αφορμή τη γιορτή των Ταξιαρχών. Για να διαβάσετε όλες τις συμμετοχές, μην παραλείψετε να περάσετε από το blog της, "η ζωή είναι ωραία". Θα τις βρείτε συγκεντρωμένες όλες εκεί.




Blogger Widget