Σελίδες

Ετικέτες

Αρχική σελίδα

9/4/16

Μαύρα ρόδα...


 Μ' ένα βιβλίο στο χέρι ταξίδευε πάντα. Ήταν συντροφιά, ψυχαγωγία, ανάγκη να χάνεται μέσα στις εικόνες, που έφτιαχναν οι λέξεις σελίδα - σελίδα. Σαν πρόσκληση, να ζήσει ζωές που δεν έζησε!
Ξαφνικά, ο χώρος γεμίζει πρόσωπα! Άγνωστα πρόσωπα, που όμως ήταν οικεία. Δεν του προκαλούσαν φόβο, αλλά πόνο! Πρόσωπα λυπημένα, φοβισμένα, δακρυσμένα. Όλα με ένα "γιατί" ζωγραφισμένο στο βλέμμα. Στα χέρια τους κρατούσαν ρόδα, μαύρα, ματωμένα.

Σάστισε!... Πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε τόσους ανθρώπους με τέτοια έκφραση, μαζεμένους γύρω του. Τους κοίταζε με απορία κι όταν προσπάθησε να τους μιλήσει, τα λόγια χάνονταν πριν βγουν από τα χείλη του. Σκόρπιες οι λέξεις περιδιάβαιναν το νου και διαλύονταν στον αέρα χωρίς νόημα, χωρίς ειρμό...
Έκανε να απλώσει το χέρι, να τους αγγίξει, να τους ψηλαφίσει,  μα τότε τα πρόσωπα γίνονταν σκιές! Σκιές που ολοένα πύκνωναν λες και προσπαθούσαν να κρύψουν το φως. Μια τεράστια μαύρη αυλαία, που έκρυβε πίσω της τόση θλίψη, τόση απόγνωση, τόσο πόνο.

Το τρίτο κουδούνι, ακούστηκε εκκωφαντικά!
"Κυρίες και κύριοι, καθίστε στις θέσεις σας" ακούστηκε μια φωνή προστακτική κι επιβλητική. Ήταν τόσο καθηλωτικός ο τόνος της, που δεν άφηνε περιθώρια για καμιά άλλη κίνηση, πέρα από την υπακοή.
Κάθισε… Μέσα στο σκοτάδι, ακουγόταν θρήνος, σιγανός, υπόκωφος...
"Πού βρίσκομαι" αναρωτήθηκε και η απάντηση ήρθε στ' αφτιά του πιο γρήγορα κι από τη σκέψη... "Τώρα που άφησες τη φιλαυτία στην άκρη, άνοιξε τα μάτια στην αλήθεια".

Τρεμόπαιξε τα βλέφαρα και τα άνοιξε όσο πιο πολύ μπορούσε, μα η αυλαία ακόμα εκεί μαύρη, βαριά, ακίνητη. Σταγόνες βροχής ένιωσε την ίδια στιγμή στο πρόσωπό του. Σταγόνες που ολοένα πύκνωναν, διαλύοντας όλο το σκοτεινό σκηνικό, που είχε μπροστά του. Η αυλαία, λίγο - λίγο έλιωνε από το νερό που έπεφτε πάνω της και αποκάλυπτε σιγά – σιγά την εικόνα. Μάνες με μωρά στην αγκαλιά, έμεναν εκεί, ακίνητες, βουβές. Ούτε χαμογελούσαν, ούτε έκλαιγαν. Μόνο περίμεναν υπομονετικά...

Ένα ρίγος στην πλάτη τον έκανε να τιναχτεί. Δίπλα του το παραθυρόφυλλο χτυπούσε μανιασμένα. Η ματιά του έπεσε στην οθόνη της τηλεόρασης που περιέγραφε ένα ακόμα επεισόδιο στο ατέλειωτο δράμα των προσφύγων. Δίπλα της στο βάζο, τα κόκκινα ρόδα μαραμένα πια, έμοιαζαν μαύρα.
Αυτή τη φορά, δε γύρισε αλλού το πρόσωπό του, δε χάθηκε ξανά στο δικό του μικρόκοσμο.
Τώρα κατανοούσε αυτά, που πριν λίγο ο Μορφέας, του έδειξε...

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο "Παιχνίδι με τις λέξεις #7" που συνεχίζει να διοργανώνει η Μαρία μας, από το Mytripsonblog, παίρνοντας τη σκυτάλη από τη Φλώρα του Texnis Stories, που το εμπνεύστηκε. Μπορείτε να διαβάσετε όλες τις συμμετοχές και φυσικά τη νικήτρια εδώ
Με κόκκινο είναι γραμμένες οι υποχρεωτικές λέξεις...

Blogger Widget