Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Το παράθυρο της νιότης

Το παράθυρο της νιότης


to-parathiro-tis-niotis

Ούτε και η ίδια μπορούσε να πιστέψει πως βρισκόταν ξανά σ’ αυτή τη γειτονιά…

Είχαν περάσει σχεδόν τριάντα χρόνια από τη μέρα που έφυγε κυνηγημένη από την ίδια της τη ζωή. Απογοητευμένη και πληγωμένη από τον άντρα που η ίδια αγάπησε, επέλεξε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει…

Κάρφωσε τα μάτια της σε κείνο το παράθυρο, που άλλοτε καθόταν και κεντούσε τα προικιά της, δεκαοχτώ χρονώ κορίτσι ολόδροσο, με μακριές καστανές πλεξούδες και ρόδα στα μάγουλα. Κι εκείνος, είκοσι χρονών παληκαρόπουλο αμούστακο πες, πέρναγε κάθε μέρα για να σηκώσει το πυρωμένο από έρωτα βλέμμα του πάνω στο παραθύρι και να αφήσει ένα αναστεναγμό να πλανηθεί μέχρι τα αυτιά της, που κοκκίνιζαν στη θέα του.

Όμορφος μελαχρινός με ζαφειρένια μάτια κι αστραφτερό χαμόγελο, έγινε ο κύρης της καρδιάς της με την πρώτη ματιά. Το παράθυρο εκείνο έγινε το σημείο συνάντησής τους για μήνες, ώσπου να συναντηθούν στο σκοτεινό σοκάκι κάτω του και να ανταλλάξουν το ένα και μοναδικό φιλί, που σφράγισε την αγάπη τους και έδωσαν λόγο οι καρδιές, αγάπης.

Ο πατέρας είχε άλλα σχέδια! Μοναχοκόρη ήταν, όμορφη ήταν, είχε πάει και σχολείο, ήθελε να την καλοπαντρέψει! Προίκα δεν υπήρχε, εκτός από το φτωχό εργατικό διαμέρισμα που θα της άφηνε με το θάνατό του, έπρεπε να την εξασφαλίσει. Κι ευτυχώς για κείνον, υπήρχαν πολλοί καλοστεκούμενοι οικονομικά, μερακλήδες που δεν στέκονταν στην προίκα, αλλά θαύμαζαν τα αμυγδαλωτά καστανά της μάτια και το γλυκό της χαμόγελο και κάθε τόσο του έκαναν κουβέντα για γάμο. Κι αυτός σα να ήταν η κόρη του εμπόρευμα σε πλειστηριασμό, κοιτούσε ποιος έχει τα πιο πολλά για να συγγενέψει μαζί του.

Κουβέντα δε σήκωνε για αγάπες και τέτοια! Η δική του κόρη θα έπαιρνε αυτόν που θα της διάλεγε εκείνος, με την πείρα του και με τους υπολογισμούς του. Καμιά φορά η μάνα της, προσπαθούσε να του φυτέψει στο μυαλό την περίπτωση να μην θέλει το κορίτσι τους το γαμπρό που της ετοίμαζε, αλλά εκείνος έκοβε την κουβέντα με μιας, χτυπούσε το χέρι στο τραπέζι και σταματούσε και την ανάσα της γυναίκας του, για μερικά λεπτά.

Ώσπου ήρθε η μέρα, που περιχαρής της ανακοίνωσε το νικητή της «δημοπρασίας» που θα γινόταν άντρας της! Τότε ήταν που έκανε την πρώτη της επανάσταση, κλείστηκε στο φτωχικό δωμάτιο και κλαίγοντας ασταμάτητα μερόνυχτα, δήλωνε την σθεναρή της αντίρρηση σε ό,τι της ετοίμαζε! Δέκα μέρες, μόνο με νερό, λιώνοντας στο κλάμα έκαναν τον πατέρα να λυγίσει. Μοναχοκόρη ήταν δεν μπορούσε να την αφήσει να πεθάνει κιόλας…

Έτσι δέχτηκε να τη δώσει στο Θανάση κι ας ήταν μικρός, φτωχός και άνεργος. Του βγήκε δουλειά στο εργοστάσιο που δούλευε κι ο ίδιος, τους έδωσε και το διαμερισματάκι κι εκείνος με την κυρά του, βρήκαν στέγη σε ένα δωμάτιο εκεί κοντά… τι τα ήθελαν τα πολλά δωμάτια δυο γέροι άνθρωποι, είπε και το αποφάσισε!

Τον πρώτο καιρό, όλα ήταν μέλι γάλα! Η αγάπη τους ήταν στην πρώτη της άνοιξη και χαίρονταν το νεαρό ζευγάρι την ευτυχία και τη ζωή, εκεί στο δωμάτιο με το παράθυρό τους, αυτό που τους έφερε κοντά…

Όταν πια ήρθε και η είδηση της εγκυμοσύνης ήταν λες και πετούσαν στα ουράνια!

Απότομα προσγειώθηκαν όμως, όταν τα πρώτα σύννεφα άρχισαν να φαίνονται με τη γέννηση του μωρού. Κορίτσι!! Είπε η μαμή που την ξεγέννησε και περίμενε τα συχαρίκια, αλλά αντίκρισε ένα σκοτεινό παγωμένο βλέμμα από τον «ευτυχή» πατέρα… ήθελε αγόρι, για να συνεχίσει τη φαμίλια εκείνος, για να πάρει το όνομα του πατέρα του, που τον έχασε μικρός, για να βγει στο μεροκάματο νωρίς και να τον βοηθάει…

Έτσι άρχισαν οι γκρίνιες, που έγιναν χειρότερες όταν λίγο αργότερα, τον απέλυσαν από το εργοστάσιο, λόγω εριστικής συμπεριφοράς, έτσι είπαν!...

Κι άρχισε να χάνεται κι από τον εαυτό του κι από το σπίτι και να ψάχνει για δουλειά και να ξημερώνεται στο ταβερνάκι της γειτονιάς πίνοντας το ένα κατοστάρι μετά το άλλο. Τον περίμενε με αγωνία να γυρίσει κάθε φορά, να του δώσει λίγο φαγητό να βάλει στο στόμα του, να τον κουβεντιάσει, να τον παρηγορήσει, να του σταθεί. Όμως εκείνος γύριζε τρεκλίζοντας κι όταν την έβλεπε μπροστά του, ο θυμός του ήταν απερίγραπτος! Το κορμί της είχε γεμίσει με μώλωπες και η ψυχή της με πόνο κι απόγνωση. Αδιέξοδο!...

Κάθε φορά που θήλαζε το μωρό τους, πονούσε διπλά. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της και κατέβαιναν ανενόχλητα μέχρι το μικρό στοματάκι της κόρης τους…

Πού να ζητήσει βοήθεια! Πού να πει αυτό που ζούσε! Πάσχιζε να το κρύψει κάθε φορά που έμπαινε η μάνα της στο σπίτι για να δώσει βοήθεια στη λεχώνα, πάσχιζε να το κρύψει ακόμα κι από τον ίδιο της τον εαυτό! Θα βρεθεί δουλειά και θα ημερέψει ο θυμός κι όλα θα αλλάξουν έλεγε και ξανάλεγε… δική μου ήταν η απόφαση, δική μου η επιλογή!

Πώς ξεστομίζεις τέτοιο πράγμα σε ένα πατέρα που ούτε ήθελε, ούτε περίμενε τέτοιο ταίρι για το παιδί του! Εκείνη ήταν που δήλωσε ότι δεν θα πάρει κανένα, παρά μόνο αυτόν που αγαπάει κι ας πεθάνει! Ε, τώρα ήρθε η ώρα να επωμισθεί και τις ευθύνες, σκεφτόταν…

Και περνούσε ο καιρός και τίποτα δεν καλυτέρευε… ώσπου ένα βράδυ, όταν προσπάθησε εκείνος να χτυπήσει και το μωρό, πήρε την απόφαση να φύγει, να χαθεί! Και το έκανε!

Μόλις έπεσε στο βαθύ μεθυσμένο του λήθαργο, μάζεψε λίγα ρούχα (δεν είχε και πολλά) τύλιξε το μωρό σε μια ζεστή κουβέρτα και έφυγε σαν κυνηγημένη από το σπίτι, από τη ζωή της, από την μικρή πόλη που ζούσε ως τότε!!

Χάρη στην αγάπη των ανθρώπων, που τη βοήθησαν κι ας μην τη γνώριζαν, βρήκε στέγη σε ένα πλούσιο σπίτι, που ήθελε οικιακή βοηθό και έγιναν οι δικοί της βοηθοί στο μεγάλωμα του παιδιού της. Δούλεψε αγόγγυστα για πολλά χρόνια, ανάστησε την κόρη της, τη σπούδασε και έμοιαζε σα να μην ήθελε να κοιτάξει πίσω. Σα να επουλώθηκε εκείνη η πληγή, που άφησε στην ψυχή της η μοναδική της αγάπη. Όμως πολλές φορές το παρελθόν χτυπά την πόρτα σου εκεί που νομίζεις πως έχεις τελειώσει μαζί του, για να κλείσει θαρρείς τα τεφτέρια της ζωής και των σχέσεων…

Διαζύγιο δεν πήρε ποτέ, ούτε το ήθελε, για να μη την βρει και περάσει ξανά τα ίδια. Μόνο όταν πήρε το πτυχίο της δικηγόρου η μονάκριβή της, την κάθισε κάτω, της είπε όλη την ιστορία, που μέχρι τότε την άφηνε ατελείωτη γεμάτη κενά και απορίες, σε κάθε της ερώτηση. Ήταν ο δικός της τρόπος να ξορκίσει όλο αυτό τον πόνο που κουβαλούσε και ήταν η παράκληση της κόρης που δε γνώρισε πατέρα, να γυρίσει πίσω και να τον αναζητήσει, να μάθει τι απέγινε…

Και κάπως έτσι τα βήματά της την έφεραν στο παράθυρο της νιότης, που κοίταζε με σφιγμένη καρδιά, χωρίς να μπορεί να κάνει βήμα…
...

Η ιστορία αυτή είναι η συμμετοχή μου στην Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #3, που επιμελείται και οργανώνει η Μαρία από τη "Γήινη ματιά". Την έμπνευση μου την έδωσε η φωτογραφία που επιλέχθηκε από την Στέλλα του "Με το φεγγάρι αγκαλιά". Μπορείτε να διαβάσετε όλες τις μέχρι τώρα συμμετοχές εδώ. Ευχαριστώ θερμά τη Μαρία που μου έδωσε την ευκαιρία και τη Στέλλα για τη φωτογραφία που γέννησε την ιστορία μου.


Παραδίδω τη σκυτάλη στη Μαρία Γ. από το "Φεύγουμε;". Η φωτογραφία που διάλεξα για κείνη είναι η παραπάνω και η λέξη είναι "θρόνος". Πηγή: Photo by Tom van Hoogstraten on Unsplash

Ελπίζω να της δώσει αφορμή για δημιουργία! Καλή έμπνευση!!

[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
42 Σχόλια
Η μοναξιά της Ανάστασης

Η μοναξιά της Ανάστασης


Πασχαλινό διήγημα του Διονύση Ε. Κονταρίνη 


Το ανοιξιάτικο δειλινό είχε πάρει να απλώνεται αργά πάνω από τη Χώρα της Κέρκυρας, εκείνο το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει πίσω από τα βουνά της αντικρινής μεριάς. Η άνοιξη άφηνε τα αρώματα των λουλουδιών της να αγκαλιάζουν όλη την μικρή πόλη. Ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους για να γιορτάσει τη μεγάλη μέρα με τους Επιτάφιους και τις μουσικές, που θα άρχιζαν σιγά-σιγά να γεμίζουν όλη την Κέρκυρα. Οι εκκλησιές ασφυκτικά γεμάτες με τους πιστούς να συμμετέχουν στο μεγάλο δράμα. Τα μαγαζιά ένα – ένα άρχισαν να κλείνουν. Η μεγάλη γιορτή έφτανε στο κορύφωμά της 

Ήταν κείνη την ώρα που ο Αλέξης ανηφόριζε μόνος του από τη Σπηλιά προς την Πιάτσα. Με αργά κουρασμένα βήματα περπατούσε κοιτάζοντας τους ανθρώπους γύρω του. Χάζευε στα μαγαζιά κοιτάζοντας τα πράγματα που πουλούσαν. Στα χέρια του κρατούσε ένα μικρό πακέτο. Ήταν ό,τι μπόρεσε να πάρει από το μικρό μπακάλικο κάτω στη Σπηλιά. Μια μικρή φρατζόλα ψωμί, λίγες ελιές και ένα κομμάτι χαλβά. Κρατούσε το δεματάκι στα χέρια του σαν να ήτανε κάτι τόσο πολύτιμο γι΄αυτόν. 
Πέρασε όλο το δρόμο, βγήκε στη Κάτω Πλατεία, τη Σπιανάδα και προχώρησε απέναντι στο Μποσκέτο. Κάθισε στην άκρη της πόρτας του μεγάλου κήπου και άπλωσε το δεματάκι του πάνω στα πόδια του. Άνοιξε το πακέτο του και κοίταξε τα λιγοστά, που ήταν όλα όσα είχε, για να χορτάσει την πείνα του. Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλια του. 
-Λίγο αλλά κάτι είναι κι΄αυτό, ψιθύρισε στον εαυτό του. Κείνη τη στιγμή οι καμπάνες σ΄όλη την πόλη άρχισαν να χτυπούν πένθιμα. Ήταν σαν να έμοιαζαν να ήθελαν να θυμίσουν στους ανθρώπους ότι το κορύφωμα της μεγάλης γιορτής άρχιζε. 
Σε λίγο θα ξεκινούσε η περιφορά του Μεγάλου νεκρού στους δρόμους της πόλης. Ο Αλέξης έκαμε ένα γρήγορο σταυρό και έκοψε ένα μικρό κομμάτι από το ψωμί του και το έβαλε στο στόμα του. Και ήταν εκείνη τη στιγμή που, μέσα στο μισοσκόταδο του δειλινού είδε μια μικρή σκιά με αργά βήματα, σαν φοβισμένη να έρχεται και να στέκεται μπροστά του. Μέσα στο αχνό φως του δειλινού ξεχώρισε το όμορφο προσωπάκι από κάποιο μικρό κοριτσάκι. Ένα πολύ όμορφο προσωπάκι με ξανθά μαλλιά και πολύ φτωχικά ντυμένο. Είχε μείνει άφωνος να κοιτάζει το μικρό αγγελικό πρόσωπο που στεκόταν μπροστά του και κοίταζε με κάποια λαιμαργία το ψωμί, τις ελιές και τον χαλβά. 

-Τι τρως; Ακούστηκε σιγανή και φοβισμένη η φωνή του μικρού κοριτσιού. Κείνη τη στιγμή ακούστηκαν οι πρώτες ψαλμωδίες από τη μικρή εκκλησούλα της Παναγιάς της Μαντρακίνας, που βρισκόταν λίγο πιο πέρα.. Η λειτουργία για τον Επιτάφιο είχε αρχίσει. 
Ο Αλέξης βιάστηκε να καταπιεί αυτό που είχε το στόμα του. 
-Λίγο ψωμί έχω, λίγες ελιές και λίγο χαλβά ψιθύρισε με μια φωνή που μόλις ακουγόταν. Δεν είχα λεφτά να πάρω πιο πολλά. 
Το μικρό κοριτσάκι κοιτούσε με κάποια λαιμαργία το ψωμί. 
-Αν σου ζητήσω θα μου δώσεις λίγο; ρώτησε φοβισμένα τον Αλέξη, κοιτάζοντάς τον με ένα βλέμμα που μέσα του ήταν ζωγραφισμένη μια επιθυμία για λίγο ψωμί. Κι΄αυτός για κάποιο λίγο χρόνο έμεινε άφωνος. Έμοιαζε να μην πιστεύει αυτό που άκουσε να του λέει η μικρή. Έμοιαζε να μην πιστεύει γι' αυτό που έβλεπε μπροστά του.

 -Όλη μέρα δεν έχω φάει τίποτα, ψιθύρισε το μικρό με φοβισμένη φωνή. Δεν είχαμε τίποτα. Δεν φάγαμε. Ούτε η μαμά μου έφαγε, δεν είχαμε λεφτά να ψωνίσουμε κάτι, του είπε και τα ματάκια του ήσαν συνέχεια καρφωμένα στο πακέτο του Αλέξη. Κι΄αυτός είχε απομείνει άφωνος να κοιτάζει το μικρό κοριτσάκι κι΄έμοιαζε ανίκανος να προφέρει έστω και μια λέξη. Μόνο κοιτούσε το παιδάκι 
και χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω του άπλωσε το πακέτο προς το μέρος του. 

-Πάρτο. Πάρτο και φάε! 
Το μικρό κοριτσάκι έμεινε για λίγο διστακτικό. Τα ματάκια του είχαν αρχίσει να περπατάνε από τον Αλέξη στο πακέτο και από το πακέτο στον Αλέξη. Δεν μπορούσε να το πιστέψει πως εκείνος ο θησαυρός θα μπορούσε να γίνει όλος δικός του.Χωρίς να απλώσει τα χέρια του κοιτούσε τον Αλέξη και με τρεμάμενη τη φωνή ψιθύρισε. 

-Όχι όλο. Όχι. Λίγο θέλω και να φας κι΄εσύ. Κοίταξε τον Αλέξη και προσπάθησε να χαμογελάσει. 
-Θέλεις να καθίσω εδώ και να φάμε μαζί παρέα; τον ρώτησε. 

Ένας κόμπος έμοιαζε να σφίγγει τον λαιμό του Αλέξη σαν άκουσε τη μικρή να θέλει να φάνε παρέα. Ούτε που μπορούσε να το φανταστεί πως κάποιος θα τον καλούσε να φάνε μαζί. 

-Ναι, ναι, της είπε βιαστικά. Έλα. Θα φάμε παρέα. Και της έκαμε λίγο χώρο στο πεζούλι της πόρτας για να καθίσει πλάι του. Ο Αλέξης ένοιωσε να τα έχει χάσει σαν η μικρή κάθισε πλάι του. Ένοιωθε πως τα χείλη του δεν μπορούσαν να ανοίξουν για να προφέρουν μια λέξη. Μόνο κοιτούσε τη μικρή και ένοιωθε όλος να τρέμει.

 Ακούμπησε το πακέτο στην αγκαλιά της μικρής καθώς είχε καθίσει πλάι του. Κι΄η μικρή το άνοιξε, έκοψε ένα κομματάκι χαλβά και λίγο από το ψωμί και άρχισε να τρώει. 

-Πως σε λένε; τη ρώτησε ο Αλέξης. Με το στόμα της γεμάτο η μικρή κατάφερε να του πει το όνομά της.
 -Με λένε Σούλα. Δεν έχω άλλο όνομα. Έμεινε για λίγο σκεφτικός μοιάζοντας να ψάχνει από που να ήρθε τούτο το παιδάκι. 
-Μόνη σου είσαι εδώ; τη ρώτησε;
 -Όχι. Η μαμά μου είναι στην εκκλησία, στη Μαντρακίνα. Περιμένει να σχολάσει. Και μετά θα πάει στην άκρη και θα περνάει ο κόσμος να της δίνει λεφτά. Κατάλαβε. Και έμεινε αμίλητος. Άλλος ένας άνθρωπος σαν κι΄αυτόν. Να περιμένει να ζήσει από την ελεημοσύνη των άλλων. Να περιμένει την ελεημοσύνη των άλλων για να φάνε κάτι το Πάσχα. Η μικρή σταμάτησε να τρώει και τον κοίταζε.

 -Γιατί δεν τρως. Είπαμε θα φάμε μαζί. Ο Αλέξης χαμογέλασε. Σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε το ξανθό κεφαλάκι της μικρής. Και μέσα του ένοιωσε για πρώτη φορά κάτι τόσο όμορφο που δεν το είχε νοιώσει ποτέ στην ζωή του. 
-Φάε εσύ, είπε στη μικρή. Εγώ έχω φάει. Όλο δικό σου, της είπε μ΄ένα χαμόγελο που ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του μπορούσε να το δώσει. 

-Σούλααααααααα!!! ακούστηκε κείνη τη στιγμή μια φωνή από τη μεριά της μικρής εκκλησιάς. -Η μαμά μου, είπε η μικρή. Εδώ είμαι, φώναξε προς τη μεριά που ακούστηκε η φωνή.

Σε λίγο μπροστά τους έφτασε μια γυναίκα, που ο Αλέξης μέσα στο μισοσκόταδο προσπάθησε να την δει. Δεν φαινόταν πολύ μεγάλη. Μπορεί να πει κανείς πως μια νέα κοπέλα ήταν. Ένα κουρασμένο πρόσωπο ακουμπισμένο πάνω σε δυο σκυφτούς ώμους. Ντυμένη κι΄αυτή με ρούχα φτωχικά. Κοίταξε τον Αλέξη για λίγο και μετά στράφηκε στην μικρή. 

-Τι κάνεις εδώ; τη ρώτησε λίγο αυστηρά. Με φοβισμένα λόγια η μικρή προσπάθησε να απολογηθεί. 
-Ο κύριος μου έδωσε λίγο ψωμί και κάθισα να το φάω. Ο Αλέξης κατάλαβε ότι θα έπρεπε να μιλήσει.
 -Εγώ της είπα να καθίσει να φάμε παρέα. Πιστεύω πως είναι όμορφα οι άνθρωποι να τρώνε με παρέα. Να σου πω ότι κι΄εμένα μου λείπουν από τη ζωή μου οι παρέες. 
-Μόνο σου είσαι; τον ρώτησε 
-Όσο θυμάμαι τη ζωή μου δεν είχα κανέναν. Να σου πω ότι δεν ξέρω πως βρέθηκα στον κόσμο. Δεν το έμαθα ποτέ. Εσύ έχεις κανένα; Η κοπέλα άνοιξε τα χείλια της σ΄ένα χαμόγελο γεμάτο πίκρα.
 -Εγώ είχα. Απ΄όλους είχα. Κι΄ένα βασιλόπουλο του παραμυθιού είχα που μου έκαμε τουτο το μικρό και μετά χάθηκε παίρνοντας μαζί του όλους. Κανείς δεν γύρισε να με κοιτάξει από τότες. 

Σταμάτησε για λίγο και προσπάθησε μέσα στο μισοσκόταδο να δει πιο καλά τον Αλέξη 
-Αλήθεια, ποιος είσαι; τον ρώτησε. Ο Αλέξης έμεινε για λίγο αμίλητος. Ένα αχνό θλιμμένο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλια του 
-Είμαι ο Αλέξης. Έτσι με φωνάζουν, της είπε. 
-Εμένα με λένε Γιάννα. Να σε ρωτήσω, πως και βρέθηκες στη γειτονιά μου; Δεν σ΄έχω ξαναδεί στα μέρη μας. 
Ο Αλέξης χαμογέλασε λίγο. 
-Να σου την αλήθεια ζητούσα λίγη ησυχία για να απολαύσω το βραδινό μου και έφτασα μέχρις εδώ. -Εσύ ήρθες στην εκκλησιά; Η κοπέλα χαμογέλασε μ΄ένα χαμόγελο που έδειχνε μάλλον να είναι θλιμένο. 
-Ναι. Ήρθα στην Παναγιά την Μαντρακίνα. Και την παρακάλεσα να πει στους πιστούς να μου δώσουν καλή ελεημοσύνη για να φάει κάτι το Πάσχα και τούτο το μικρό. Μένω δω κάτω στην Κόντρα Φόσσα. 
-Μα δω κάτω δεν υπάρχουν σπίτια, της είπε ο Αλέξης. 
-Υπάρχουν όμως παλιά καΐκια και σπασμένες βάρκες. Αν δεν έχεις κάτι άλλο καλά είναι και αυτά. 

Και γυρίζοντας προς το μέρος της μικρής την φώναξε. 
-Έλα Σούλα μου. Πάμε. Η μικρή σηκώθηκε και έδωσε το υπόλοιπο του φαγητού στον Αλέξη. 
-Αυτό δικό σου, του είπε και το ύφος της έμοιαζε μάλλον σοβαρό Κι΄αυτός πήρε το υπόλοιπο φαγητό χαμογελώντας. 
Η Γιάννα γύρισε προς τον Αλέξη. 
-Μένεις εδώ κοντά; 
Κι΄αυτός την κοίταξε για λίγο αμίλητος. 
-Ναι. Μένω όπου βρω, της είπε κάπως θλιμμένα. 

Η κοπέλα έμεινε για λίγο αμίλητη να τον κοιτάζει. Μετά πήρε την μικρή Σούλα από το χέρι και χάθηκαν προς τη μεριά της εκκλησιάς. Ο Αλέξης κάθισε και πάλι στο πεζούλι της πόρτας του κήπου και με αργές κινήσεις άρχισε να τρώει το υπόλοιπο ψωμί. 

Κείνη την ώρα εκεί, προς την απέναντι μεριά, στο δρόμο των Λιστών ακούστηκε η μουσική. Η πομπή του Επιταφίου από την εκκλησιά του Αγίου Σπυρίδωνα είχε ξεκινήσει για το γύρω της. Βγήκε στο δρόμο της πλατείας, έστριψε στην Λιστών και άρχισε να ανηφορίζει προς τη Σπιανάδα. Οι καμπάνες από τις εκκλησιές όλης της Χώρας ακούγονταν να χτυπούν πένθιμα. Οι θλιμμένες στιγμές της μεγάλης γιορτής βρισκόταν στο κορύφωμά τους. Ο Ιησούς Χριστός προχωρούσε προς τον τάφο του. Εκεί που τον έστελναν οι άνθρωποι. 

Η Κυριακή του Πάσχα είχε ξημερώσει. Ένας όμορφος ανοιξιάτικο ήλιος είχε απλώσει τις αχτίνες του πάνω από την Χώρα της Κέρκυρας. Τα αρώματα των λουλουδιών περπατούσαν μαζί στην πορεία του. Σωρός απόλαυσης τα ανοιξιάτικα χρώματα είχαν πάρει να απλώνονται πάνω από όλη την ομορφιά της Κέρκυρας. Μια Ανάσταση του Χριστού είχε αγκαλιάσει τους ανθρώπους που απολάμβαναν την άγια μέρα. Ο κόσμος είχε ξεχυθεί στους δρόμους πηγαίνοντας για τα μέρη που θα περνούσαν την άγια γιορτή. Οι καμπάνες άπλωναν τον χαρμόσυνο ήχο τους κι΄άφηναν το μυρωμένο αγέρι να σκορπάει γύρω τη μελωδία τους. Όλα μαρτυρούσαν τη μεγάλη γιορτή. 

Κάτω στην Κόντρα Φόσσα τα υπολείμματα από κάποιο καΐκι ήσαν ακουμπισμένα πάνω στο χορτάρι της γης. Το πλώριο μέρος φαινόταν να κρατά ακόμη. Τα πίσω ήσαν ο σκελετός και κάτι σανίδια. Πάνω κει στην πλώρη φάνηκε να βγαίνει μέσα από την πλατιά καμπίνα η μικρή Σούλα. Προχώρησε αργά προς την πλώρη του σκάφους και στάθηκε στην άκρη του. Κοίταξε κάτω εκεί που ακουμπούσε το καΐκι στη γη και τα μάτια της άνοιξαν πελώρια ενώ μέσα τους ζωγραφίστηκε η απορία. Κοίταζε και έμοιαζε σαν να μην πιστεύει αυτά που έβλεπε. 

-Μαμά, μαμά φώναξε με δυνατή τη φωνή της. 
-Τι είναι αρή; Τι φωνάζεις. ακούστηκε η φωνή της Γιάννας μέσα από την καμπίνα.
 -Μαμά τρέχα, ακούστηκε πάλι η φωνή της μικρής, και πάνω στη πλώρη ξεπρόβαλε η Γιάννα. Πήγε κοντά στη μικρή της. 
-Μαμά κοίτα. Κι΄η Γιάννα έσκυψε προς τα έξω. Λίγο πιο πέρα από εκεί που ήταν ακουμπισμένο το σαπιοκάϊκο που είχαν για σπίτι τους, καθισμένος πάνω στο χορτάρι της γης στεκόταν ο Αλέξης. Μπροστά του ήσαν απλωμένες δυο εφημερίδες και πάνω τους ακουμπισμένα δυο πιάτα με αρνί ψητό και πατάτες, λίγη σαλάτα, κουλουράκια, τρία κόκκινα αυγά και μια μπουκάλα με κρασί. 

Η Γιάννα είχε απομείνει για λίγο να τα κοιτάζει σαν χαμένη. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε πάνω στα χείλια της. Πήδηξε από το καΐκι και προχώρησε προς τον Αλέξη. Στάθηκε μπροστά του και κοιτούσε πότε αυτόν και πότε τα πράγματα που ήσαν ακουμπισμένα στο πρόχειρο τραπέζι. Πλάι της ήταν ακουμπισμένη και η μικρή Σούλα με το βλέμμα της καρφωμένο στα φαγητά που ήσαν πάνω στο χαρτί των εφημερίδων. 

-Χριστός Ανέστη, ακούστηκε σιγανή η φωνή του Αλέξη. Πάσχα σήμερα και ήθελα μια παρέα να περάσω τη μέρα. Διάλεξα εσάς εδώ. Έφερα κάτι να φάμε και να πούμε χρόνια πολλά. Η Γιάννα έστεκε αμίλητη και τον κοιτούσε. Τα χείλια της χαμογελούσαν και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Άνοιξε την αγκαλιά της και τον άφησε να την αγκαλιάσει. 
-Χριστός Ανέστη, ψιθύρισε κλαίγοντας.

Αυτό το τρυφερό διήγημα μου το παραχώρησε ο καλό μου φίλος Διονύσης Κονταρίνης και τον ευχαριστώ θερμά για την τιμή που μου έκανε!


[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
14 Σχόλια
Το παγκάκι

Το παγκάκι



Κάποτε ήμουν δέντρο. Είχα ρίζες και κλαδιά. Στα φυλλώματά μου φώλιαζαν πουλιά. Έκοψαν το κορμί μου σε σανίδες και μαδέρια. Τα έψησαν στο φούρνο. Νόμιζα ότι δε θα μείνει τίποτα από μένα παρά στάχτες κι αποκαΐδια, όμως ήταν ένα καθαρτήριο ψήσιμο. Το έκαναν για να σκοτώσουν τα μαμούνια που έσκαβαν μέσα μου τα επίμονα λαγούμια τους. Να σκοτώσουν κάθε ίχνος ζωής. Απ’ τη ζωή και την υγρασία ποτίζεσαι, χαλάς, διαλύεσαι, τρυπάς, μουχλιάζεις, σαπίζεις και πεθαίνεις. Εγώ έπρεπε ν’ αντέξω. Έβγαλαν τα κομμάτια μου από το φούρνο και τα κάρφωσαν σταυρωτά. Έγινα παγκάκι. Πάλι καλά. Άλλα αδέλφια μου έγιναν φέρετρα. Μετά από τόση περιποίηση, πλάνισμα και λουστράρισμα περίμεναν μεγαλεία, ονειρεύονταν σαλόνια, σκρίνια και τραπεζαρίες. Δε μπορούσαν να φανταστούν. Τα ξερίζωσαν για να τα χώσουν πάλι στο χώμα, ολόκληρα. Εγώ έγινα παγκάκι. Ένα παγκάκι πλάι στη θάλασσα. Εδώ στην άκρη της παραλίας, δίπλα στο λευκό εκκλησάκι, κάτω από τούτο το παράξενο δέντρο που οι ρίζες του ρουφάνε αρμυρό νερό και τα πουλιά δεν το πλησιάζουν. Πάλι καλά. Τουλάχιστον δε μου απολείπει η μουσική. Τότε είχα τα πουλιά, τώρα έχω τα κύματα.

Περνάω την ώρα μου ζυγίζοντας ανθρώπους, τους ανθρώπους που κάθονται πάνω μου. Αυτούς και τον αέρα ανάμεσά τους. Είναι τόσα που καταλαβαίνει κανείς απ’ τον τρόπο που κάθεται ένας άνθρωπος πάνω σ’ ένα παγκάκι, ιδίως όταν αυτός ο κανείς είναι το ίδιο το παγκάκι. Άλλοι κάθονται έτοιμοι να πετάξουν, ίσα που ακουμπάει ο πισινός τους πάνω μου. Άλλοι σωριάζονται ασήκωτοι λες και κουβαλάνε κι άλλους πολλούς πάνω στα γόνατά τους. Άλλοι με κεραίες τεντωμένες, χαϊδεύουν το ξύλο, μυρίζουν τη θάλασσα, ακούνε τον αέρα, όλα γύρω τους θέλουν να τα ρουφήξουν. Κι άλλοι με σκυμμένο το κεφάλι ίσαμε τη γη, δε μυρίζουν δεν ακούν και δε βλέπουν τίποτα, έχουν πολύ θόρυβο οι ίδιοι μέσα τους, σφίγγονται, στριφογυρνάνε κι ολοένα βγάζουν τριξίματα, ζουζουνίσματα και βογγητά. Άνθρωποι μόνοι κι όμως οι μοναξιές τους διαφέρουν. Πότε μοιάζει με κενό ανάλαφρο η μοναξιά, με λευκό συννεφάκι που πλέει πάνω σε γαλανό ουρανό και πότε το κενό είναι αβάσταχτο, μοιάζει με σκοτεινή βαριά ομίχλη που σε πνίγει.

Καταλαβαίνω πολλά. Ακόμα κι όταν το μυαλό τους ταξιδεύει σε μέρη μακρινά, εγώ, ένα κούτσουρο καρφωμένο στο χώμα, που δε μπορώ να κάνω ούτε βήμα, είναι σα να ταξιδεύω λίγο μαζί τους και να περνάω φευγαλέα απ’ τα μέρη τους. Όταν πάλι κάθονται δυο δυο πάνω μου, έχω πολύ δουλειά. Κάθονται συχνά ζευγάρια, γονείς με τα παιδιά τους, φίλοι και γνώριμοι, ξένοι και άγνωστοι. Τότε, πιο πολύ απ’ τον καθένα ξεχωριστά, ζυγίζω τον αέρα ανάμεσά τους. Τις φωνές και τ’ αγγίγματά τους. Κάποτε και με τον άλλο δίπλα κάθεται ο καθένας μονάχος. Πιο μόνος κι από μόνος. Σα να μην υπάρχει ο άλλος πλάι του. Το κενό ανάμεσά τους είναι τείχος από βράχια που δεν αφήνει τίποτα να περάσει. Άλλες φορές όμως το κενό είναι ηλεκτρισμένο, βροντάει και πάλλεται, αστραπές τρέχουν από τον έναν στον άλλο. Αυτές οι αστραπές πρέπει να είναι τα συναισθήματα. Αγάπη, μίσος, ζήλια, οργή, αγωνία... Έχω μάθει κι εγώ να τα αναγνωρίζω, χωρίς να τα νιώθω.

Πιο πολύ μ’ αρέσουν οι ερωτευμένοι. Αυτοί πάνε να το στριμώξουν το κενό μεταξύ τους, να το καταργήσουν, όμως δεν το καταφέρνουν παρά στιγμιαία. Αγκαλιάζονται σφιχτά, κολλάνε τα στόματά τους, τα σώματά τους, μπλέκουν χέρια και πόδια, χώνεται ο ένας στις εσοχές του άλλου. Λες και θέλουν ν’ ανταλλάξουν τους χυμούς και τα σαράκια τους. Λες και θέλουν να κάνουν το μέσα έξω, να κυκλοφορήσει το αίμα από τον ένα στον άλλο χωρίς φραγμούς κι εμπόδια. Έχω δει δέντρα με μπλεγμένους κορμούς να το πετυχαίνουν αυτό. Οι καημένοι οι άνθρωποι, μόλις χαλαρώνουν λιγάκι το αγκάλιασμα, το κενό φουσκώνει πάλι ανάμεσά τους σα σφουγγάρι όταν σταματάει το σφίξιμο. Ακόμα κι έτσι όμως, για τόσο λίγο, μ’ αρέσει. Καμιά φορά νοτίζομαι κι εγώ απ’ τους χυμούς τους. Θυμάμαι τότε τους δικούς μου χυμούς, τα νιάτα μου, τα πράσινα φυλλαράκια και τη δροσιά της Άνοιξης. Ακόμα κι όταν λένε και ξαναλένε τις ίδιες χαζομάρες και χαράζουν πάνω μου καρδιές και βέλη κι άλλες ανοησίες έχουν το γούστο τους, δε με πληγώνουν, μόνο ξυπνάνε μέσα μου παλιά ρίγη. Γνώρισα όμως και δυο ζευγάρια δίχως κενό ανάμεσά τους που δεν ήταν ερωτευμένα.

Κάθε καλοκαίρι έρχεται πολύς κόσμος ίσαμε εδώ, για τη θάλασσα. Η παραλία γεμίζει αυτοκίνητα και ο αέρας βρομάει. Καμιά φορά κάθονται τρεις, τέσσερεις και πέντε μαζί πάνω μας για να χωρέσουν. Οι πιο πολλοί κυλιούνται πάνω στην αμμουδιά και τσαλαβουτάνε στα ρηχά. Κάνουν πολύ φασαρία. Λέω αμάν πότε να φύγουν, να ησυχάσουμε όλοι, ο αέρας, τα κύματα, τα βράχια κι εμείς τα παγκάκια. Όμως πέρσι το καλοκαίρι δεν ήρθε πολύς κόσμος. Ακόμα και το πηγαινέλα των πλοίων στη θάλασσα είχε λιγοστέψει. Τα μηνύματα που έπιανα απ’ τη μεγάλη πόλη μιλούσαν για δυσκολίες και προβλήματα. Το καταλάβαινα απ’ τα λόγια και τη σκυθρωπιά τους κι ας μην ήξερα από πού έρχεται ο καθένας. Η παραλία το κατακαλόκαιρο είχε τόσο κόσμο όσο και το προχωρημένο φθινόπωρο. Κι όταν βράδιαζε απλωνόταν παντού μια μελαγχολία. Κανείς δεν ερχόταν για να κάτσει πάνω μου, ίσα ν’ αγναντέψει τη θάλασσα, να γαληνέψει και να φύγει. Ήρθαν αρκετοί ψαράδες που δεν είχαν μάτια παρά μόνο για τα ψάρια και τ’ αγκίστρια τους. Ήρθαν και λιγοστές παρέες από νέους, νυχτιάτικα, λες και κρύβονταν από κάποιους. Έπιναν, κάπνιζαν και οι κουβέντες τους ήταν πολύ θυμωμένες. Μια νύχτα άρχισαν να μας κλοτσάνε, εμάς τα παγκάκια που δε τους φταίξαμε σε τίποτα. Ένα από μας το ‘σπασαν και το ‘καψαν. Έμεινε ένα λοφάκι μαύρη στάχτη και σκουριασμένες πρόκες πάνω στα βότσαλα. Ήρθε κι εκείνη με τ’ αμάξι της, ένα σαραβαλάκι γεμάτο νάιλον σακούλες. Το πάρκαρε δίπλα μου και δεν το ξανακούνησε το υπόλοιπο καλοκαίρι.

Δεν ήταν ούτε νέα, ούτε όμορφη. Όμως είχε κάτι. Ένα ενδιαφέρον πρόσωπο, σκαμμένο. Έβγαλε απ’ τ’ αυτοκίνητο ένα χαλάκι και το ‘στρωσε πάνω μου. Την πέρασα για παράξενη, μια μυγιάγγιχτη που δεν βλέπει πέρα απ’ τον πισινό της. Όμως το χαλάκι δεν ήταν για κείνη. Ένα σκυλί βγήκε απ’ τ’ αμάξι, έτρεξε λίγο πέρα δώθε και μετά πήδηξε και στρώθηκε επάνω του. Ένα συμπαθητικό ζώο, ούτε μεγάλο, ούτε μικρό, σγουρομάλλικο, ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της, γκριζοκάστανο. Αυτή κάθησε δίπλα του, στην άλλη μεριά μου. Έτσι πέρασε το καλοκαίρι.

Κάποιοι έβλεπαν το σκυλί και γκρίνιαζαν πως λερώνει την παραλία. Εκείνη δεν τους άκουγε κι όταν άκουγε απαντούσε ευγενικά. Μα δε βλέπετε, ούτε στο παγκάκι δεν ακουμπάει, έχει το χαλάκι του. Κι είχε δίκιο. Ούτε μια φορά δε σήκωσε το πόδι του καταπάνω μου, να με μουσκέψει με το κάτουρό του, όπως κάνουν τα περισσότερα σκυλιά μόλις με βλέπουν. Ευγενικό και νοικοκυρεμένο σαν την κυρά του. Καμιά φορά κάποιος έπαιρνε θάρρος και τη ρωτούσε πώς βρέθηκε εδώ και πού κοιμάται τη νύχτα. Μεγάλη ιστορία, πού να σας τη λέω, ευτυχώς μου έμεινε το αυτοκοίμητό μου, έλεγε εκείνη κι έδειχνε το σαράβαλο, ενώ με το άλλο χέρι έτριβε τρυφερά τα σανίδια μου. Σε μένα κοιμόταν. Τη νύχτα έστρωνε ένα μεγαλύτερο χαλί και ξάπλωνε η ίδια πάνω του. Το σκυλί κοιμόταν κουλουριασμένο στα πόδια της. Πεταγόταν στον παραμικρό ήχο. Ούτε κουνούπι δεν άφηνε να την πλησιάσει. Όλη νύχτα πάνω μου κι οι δυο, τα όνειρά τους πάνω στα όνειρά μου, ανακατεύονταν. Σα να μας ονειρευόταν όλους μαζί κάποιος άλλος. Έτσι κατάλαβα ότι είχαν καεί κι αυτοί κι είχαν ορφανέψει από φυλλώματα και ρίζες, πουλιά και κελαϊδίσματα.

Ξυπνούσαμε με τον ήλιο. Μόλις που ξεμυτούσε η πρώτη αχτίνα. Βουτούσαν κι οι δυο στη θάλασσα. Γυμνοί. Το σκυλί έβγαινε και τιναζόταν. Εκείνη περιποιόταν τον εαυτό της στη βρύση πλάι στην εκκλησία. Πλενόταν και σκουπιζόταν. Ντυνόταν και χτενιζόταν. Καμιά φορά περιποιόταν και την εκκλησία. Σκούπιζε, ξεσκόνιζε και σφουγγάριζε. Καθάριζε κι άναβε τα καντήλια. Μετά ερχόταν σε μένα. Μάζευε το χαλί το τίναζε, το δίπλωνε και το ‘βαζε στο αυτοκίνητο. Έβγαζε το στρωσίδι για το σκύλο. Μάζευε τα σκουπίδια που άλλοι είχαν πετάξει γύρω μου και μετά καθόταν στη θέση της. Στην παραλία δεν υπήρχε ακόμα ψυχή.

Είχε ένα χοντρό και βαρύ, μαύρο βιβλίο που διάβαζε. Πότε πότε σήκωνε το κεφάλι της απ’ τις σελίδες του, κοίταζε τον ορίζοντα κι έκανε το σταυρό της. Ή μουρμούριζε κάτι που έμοιαζε με τους ήχους που έρχονται καμιά φορά από την εκκλησία, τις ψαλμωδίες. Άπλωνε το χέρι της και χάιδευε το σκυλί. Το σκυλί έλιωνε σε κείνο το χάδι και κολλούσε στο χέρι της. Γίνονταν ένα. Όσο εκείνη ήταν αφοσιωμένη στο διάβασμα δεν τη διέκοπτε. Άμα ήθελε να κατουρήσει ή να ξεμουδιάσει λιγάκι, κοίταζε πρώτα γύρω να δει αν υπάρχει κόσμος. Μετά την κοιτούσε, τη ρωτούσε μ’ ένα σιγανό γάβγισμα, περίμενε να το κοιτάξει και κείνη ή να χαμογελάσει χωρίς να πάρει τα μάτια της απ’ αυτό που έκανε και τότε πηδούσε απ’ το παγκάκι. Όταν πάλι σηκωνόταν εκείνη για να πάει κάπου, του ‘ριχνε μια ματιά, περίμενέ με, και το σκυλί απαντούσε μ’ ένα γάβγισμα, θα σε περιμένω πάντα. Όταν πήγαινε βόλτα το έπαιρνε μαζί της και βάδιζαν πλάι, πλάι.

Έτρωγαν μαζί. Μοιράζονταν το ψωμί και το τυρί που έφερνε η γυναίκα απ’ την ταβέρνα. Πολλές φορές είχαν και τα τυχερά τους. Είχαν περισσέψει ωραία φαγιά για κείνη και κόκαλα κρεατωμένα για το σκυλί.

Το σκυλί δεν ξανάμπαινε στη θάλασσα την υπόλοιπη μέρα. Εκείνη βουτούσε καμιά φορά, όταν έσφιγγε η ζέστη και μετά ξάπλωνε πάνω στα βότσαλα για να στεγνώσει. Έμπαινε στο νερό με το φουστάνι που φορούσε, πάντα το ίδιο. Οι άλλοι φορούσαν τα μαγιό τους και την κοιτούσαν παραξενεμένοι. Έτσι με το φουστάνι μπήκε στη θάλασσα κι όταν ακούστηκε η φωνή που φώναζε βοήθεια. Κοντά στα βραχάκια κάποιος χαροπάλευε. Στο εκκλησάκι γινόταν λειτουργία κι ήταν μαζεμένος μπόλικος κόσμος, στολισμένος, με ρούχα και παπούτσια που άστραφταν. Ίσως γι αυτό δεν αντέδρασε κανείς. Δεν ήθελε να τα χαλάσει, να τα λερώσει και πού να βρει άλλα μετά. Όλοι είχαν μείνει ακίνητοι σαν ξύλα και μόνο η γυναίκα πετάχτηκε κι έπεσε στο νερό. Από πίσω της κι ο σκύλος. Έφτασε τον άνθρωπο που πνιγόταν, τον έπιασε απ’ το μπράτσο και τον τραβούσε έξω προς τα βράχια. Αυτός την τραβούσε προς τα μέσα. Φαινόταν να μη θέλει να βγει κι ας ήταν αυτός που είχε φωνάξει βοήθεια. Ο σκύλος κολυμπούσε γύρω τους, σήκωνε το κεφάλι προς τον κόσμο και γάβγιζε. Εκείνοι παρακολουθούσαν από μακριά και σταυροκοπιόντουσαν. Τι το ‘θελε ο χριστιανός το κολύμπι την ώρα της λειτουργίας, είπε κάποιος. Και κάποιος άλλος, μα απαγορεύεται να μπαίνουν τα ζώα στη θάλασσα, τη μολύνουν. Βγήκε κι ο παπάς έξω και τους μάλωσε, αφήστε τους σταυρούς κι άντε πηγαίνετε να βοηθήσετε. Στο μεταξύ η γυναίκα τον είχε ακουμπήσει στα βραχάκια. Το σκυλί όλη την ώρα γάβγιζε.

Όταν όλα ησύχασαν, ήρθαν και κάθησαν στη θέση τους. Ένιωσα το τρέμουλό της. Μου φάνηκε πολύ κουρασμένη, σα να είχε βαρύνει απότομα. Το σκυλί στριμώχτηκε στα πόδια της. Τα έτριβε με τη μουσούδα του. Έγλειφε τα χέρια της. Εκείνη το χάιδευε. Καμιά φορά το χέρι της απλωνόταν παραπέρα και χάιδευε και μένα, το ξύλο μου. Όπως καταλαβαίνετε, είχαμε γίνει τρίο. Τους είχα συνηθίσει τόσο πολύ που μου έλειψαν όταν εξαφανίστηκαν.

Έφυγαν το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθαν. Με τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου, όταν η υγρασία άρχισε να περονιάζει. Εκείνη είχε αρχίσει να βήχει. Έβγαζε απ’ τ’ αυτοκίνητο μια κουβέρτα και την έριχνε επάνω τους τη νύχτα. Την έπιανε όμως ένας δυνατός βήχας, τόσο που τρανταζόμουν κι εγώ μαζί της. Το σκυλί τραβούσε με το στόμα του την κουβέρτα προς το μέρος της, για να τη σκεπάσει καλύτερα. Κανείς από τους τρεις μας δε μπορούσε να κοιμηθεί τότε. Σκέφτηκα ότι θα πήγαν να βρουν απάγκιο κάπου αλλού, πιο στεγνά. Μετά από τόσο στενή επαφή και συναναστροφή η μοναξιά με πείραξε κι ας είμαι από ξύλο. Ευτυχώς είχαν αρχίσει να έρχονται τα δύο γερόντια.

Έρχονταν τα φθινοπωρινά πρωινά, κοντά στο μεσημέρι. Στηρίζονταν σε ξύλινα μπαστούνια κι έφερναν μαζί τους ένα ξύλινο κουτί. Τάβλι το έλεγαν. Μέσα είχε πούλια και ζάρια. Έπιαναν τις άκρες μου και στη μέση έβαζαν το κουτί. Έπαιζαν με τις ώρες. Ντάγκα ντούγκα τα ζάρια, γκάπα γκούπα τα πούλια, ούτε τα κύματα δε μ’ άφηναν ν’ ακούσω, όμως δε με πείραζε. Μπορεί να ‘ταν το κουτί ανάμεσά τους, μπορεί τα ζάρια με το πηγαινέλα τους, μπορεί οι κουβέντες και οι σιωπές τους, κενό δεν υπήρχε. Φώναζαν και βρίζονταν σαν τα παιδιά όταν παίζουν το παιχνίδι που το λένε πόλεμο. Πάλι κλέβεις, έλεγε ο ένας. Κι ο άλλος, παλιόγερε, θα σε φάω, έχεις πεθάνει και δεν το ξέρεις. Αυτός που κέρδιζε έλεγε τον άλλο ψοφάλογο κι αυτός που έχανε απατεώνα. Κι όλο άλλαζαν ρόλους. Καταλάβαινα ότι οι βρισιές ήταν κομμάτι αυτού του περίεργου παιχνιδιού, όπως τα πούλια και τα ζάρια. Καμιά φορά, ο ένας γέρος έμενε στη μέση μιας ζαριάς, σα να χανόταν μέσα σ’ ένα όνειρο. Ο άλλος δεν τον ξυπνούσε. Μπορεί και κείνος να ‘μπαινε στο ίδιο όνειρο. Περίμενε να επιστρέψει από μόνος του για να συνεχίσουν το παιχνίδι.

Άλλοτε πάλι βροντούσαν το κουτί να κλείσει και κοίταζαν τη θάλασσα. Έπαιζαν ένα άλλο παιχνίδι τότε. Βλέπεις εκείνον εκεί το γλάρο. Ποιο γλάρο, το αεροπλάνο λες; Εσύ βλέπεις εκείνη τη βαρκούλα; Ποια βαρκούλα, αυτό είναι βαπόρι ολόκληρο. Ποτέ δε συμφωνούσαν στο τι έβλεπαν. Μόνον όταν σώπαιναν, συμφωνούσαν. Μπορούσαν να κάτσουν για πολύ ώρα σιωπηλοί, ο ένας δίπλα στον άλλο, αλλά και τότε ακόμα ο αέρας ανάμεσά τους δεν τους χώριζε, τους ένωνε. Όταν μιλούσαν, μιλούσαν παράλληλα. Λες και μίλαγε ο καθένας με τον εαυτό του. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Θυμάσαι… τότε που ήμουν… τότε που πήγαμε… εκείνο το κορίτσι… η μάνα μου… ο πατέρας… έκλαιγα… μαμά... Τα λόγια τους με νανούριζαν.

Το μεσημέρι που σηκώνονταν να φύγουν, πιασμένοι από το πολύ καθισιό, έτριζαν και παραπατούσαν πάνω στα βότσαλα. Έλεγα τώρα θα πέσει κανείς τους και θα γίνει θρύψαλα. Στηρίζονταν πάνω μου, πάνω στα μπαστούνια τους, ο ένας πάνω στον άλλο κι έπαιρναν το δρόμο αργά αργά.

Ένα βροχερό πρωί δε φάνηκαν. Ούτε και τις επόμενες μέρες. Θα λούφαξαν κι αυτοί κάπου, να ξεχειμωνιάσουν, σκέφτηκα. Ποιος ξέρει, μπορεί με την καλοκαιρία να ξαναφανούν. Και τα γερόντια και η γυναίκα και το σκυλί. Είχα μια κρυφή ελπίδα. Δεν ήθελα να πιστέψω ότι τους είχα χάσει για πάντα. Μου είχαν μάθει ένα καινούριο αίσθημα. Τη συντροφικότητα.

Όταν ο καιρός άνοιξε και τ’ αλμυρίκι πάνω μου γέμισε ροζ ανθάκια, άρχισα να τους περιμένω και να τους ψάχνω. Λίγος κόσμος κατέβαινε στην παραλία και φέτος. Παρκάρανε τ’ αμάξια τους και βγάζαν τα παιδιά τους και τα σκυλιά τους βόλτα. Καμιά φορά έφερναν και γέρους μαζί τους, να πάρουν τον αέρα τους. Κανένα αμάξι δεν έμοιαζε με τ’ αυτοκοίμητό της και κανένα σκυλί με το δικό της. Και οι φάτσες οι ανθρώπινες δεν έμοιαζαν ούτε με κείνη ούτε με τα δυο γεροντάκια.

Πρώτα είδα το σκυλί. Ήρθε κοντά μου, μύριζε και ξαναμύριζε τα σανίδια μου, τα πόδια μου, τα βότσαλα γύρω μου. Ακούμπησε τη μουσούδα του πάνω μου, την έτριψε στο ξύλο μου κι έβγαλε ένα μακρύ γάβγισμα. Μου φάνηκε πολύ λυπημένο. Μόνο του το σκυλί, δε γίνεται, κάποιο λάθος θα έκανα. Αν είναι το ίδιο σκυλί, θα ‘πρεπε να ‘ταν κι αυτή εδώ, αλλά δεν είναι. Άσε που εκείνο δεν ήταν τόσο σκελετωμένο. Πολλά σκυλιά μοιάζουν μεταξύ τους. Θα μπερδεύτηκα, αν και δεν ξεχνάω φυσιογνωμίες συνήθως. Γύρναγε στην παραλία για μέρες μαζί με κάτι αδέσποτα κι όλο περνούσε από κοντά μου και κάτι έψαχνε γύρω μου και πάνω μου.

Μετά είδα το γέρο. Περπατούσε μόνος του κι έμοιαζε πολύ πιο ετοιμόρροπος από πέρσι. Ποτέ δεν τους είχα δει χώρια τον ένα από τον άλλο. Πάλι κάποιο λάθος θα έκανα. Δεν έκανα όμως. Ο γέρος ήρθε κούτσα κούτσα και κάθισε πάνω μου. Τα κόκκαλά του έτριξαν όπως και πέρσι. Τέντωσε το χέρι του και το ακούμπησε στην άλλη άκρη μου. Κάτι έψαχνε κι αυτός στα τυφλά. Μετά μάζεψε τον αέρα στη χούφτα του και την κούνησε πέρα δώθε σα να είχε ζάρια μέσα και πήγαινε να τα ρίξει πάνω μου. Παλιόγερε, είπε, πάλι έκλεψες.

Το σκυλί μας πλησίασε. Μύρισε πρώτα το γέρο μετά εμένα και μετά έδωσε μια και κάθισε στην αδειανή μου μεριά. Κοίταζε το γέρο και γάβγιζε. Έβγαζε κοφτά γαβγίσματα, παύσεις και ουρλιαχτά. Του μιλούσε για την κυρά του. Ο γέρος το άκουγε με μεγάλο ενδιαφέρον, φαινόταν να το καταλαβαίνει. Άπλωσε μάλιστα το χέρι του και άρχισε να το χαϊδεύει, μέχρι που το σκυλί ησύχασε. Κάθονταν κι οι δύο σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Και τότε, για μια στιγμή μου φάνηκε ότι ήταν όλοι εκεί μαζί μου, ότι είχαν έρθει κι οι δυο που έλειπαν και κάθονταν ο ένας πλάι στον άλλον, πάνω μου κι οι τέσσερεις, χωρίς κανένα κενό ανάμεσά τους. Ακόμα και το χαλάκι και το τάβλι ήταν εκεί, στη θέση τους.

Το διήγημα αυτό, μου το εμπιστεύθηκε η καλή μου φίλη, Αρετή Πάνου και είναι από τη συλλογή διηγημάτων «Κωμικοτραγική».


to e-periodiko mas

[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
16 Σχόλια
Ένα γκρίζο πρωινό…

Ένα γκρίζο πρωινό…



Ήταν από κείνα τα φθινοπωρινά πρωινά, τα συννεφιασμένα, τα μουντά, που όλο λες πως θα βρέξει και θα ξεσπάσει κι όμως, τα σύννεφα βρίσκονται εκεί, στεγνά κι απειλητικά να σου κρύβουν τον ήλιο.

Σηκώθηκε απρόθυμα από το κρεβάτι κι αμέσως αναζήτησε τις αχτίδες της μέρας ανοίγοντας το παράθυρο. Το δωμάτιο λούστηκε από ένα θλιμμένο φως, αδύναμο, λες και ήταν απόγευμα κι όχι πρωί. Το ρολόι στο κομοδίνο έδειχνε κιόλας εφτά… δεν είχε καιρό για χάσιμο. Έπρεπε να βρίσκεται στο σχολείο νωρίς, πριν έρθουν τα παιδιά! Να τα καλωσορίσει, να τα καλημερίσει, να τα κάνει να νιώσουν άνετα στο καινούργιο περιβάλλον…

Αρχές του Οκτώβρη και η προσαρμογή όλων ήταν ακόμα σε εξέλιξη. Καινούργιος δάσκαλος εκείνος, στο μικρό μονοθέσιο σχολείο του νησιού της άγονης γραμμής, καινούργια τα πρωτάκια του, όλοι είχαν ανάγκη από χρόνο για να βρουν τους ρυθμούς τους.
Η μικρή του πείρα δεν τον βοηθούσε και πολύ κι έτσι, λειτουργούσε με το ένστικτο και τη διάθεσή του να προσφέρει ζεστασιά και αγάπη στα παιδιά πρωτίστως και έπειτα γνώσεις. Κάθε πρωί αντίκριζε τα αγουροξυπνημένα προσωπάκια τους με ένα τεράστιο χαμόγελο και ζωγράφιζε ήλιους και λουλούδια στον πίνακα, για να τα προϋπαντήσει. Τα περισσότερα ανταποκρίνονταν με μια γενναιόδωρη τραγουδιστή καλημέρα! Τα περισσότερα;… λάθος! Όλα! Όλα, εκτός από ένα! Ένα παιδάκι δεν χαμογελούσε ποτέ! Δυο βδομάδες τώρα, πήγαινε κι ερχόταν ήσυχο, αμίλητο, αγέλαστο… όταν του μιλούσε, απαντούσε διστακτικά κι απομακρυνόταν γρήγορα για να καθίσει στο θρανίο ή να σταθεί στην άκρη της αυλής του σχολείου στο διάλειμμα, σκαλίζοντας με ένα θαλασσόξυλο το χώμα του μικρού παρτεριού της…

Τον είχε προβληματίσει αυτό το παιδί. Παρατηρούσε τη συμπεριφορά του όλες αυτές τις μέρες, ελπίζοντας πως κάτι θα καταλάβει, αφού η συζήτηση με τους γονείς του δεν ήταν καθόλου διαφωτιστική. Εκείνοι ήταν ευχαριστημένοι που το παιδί τους ήταν ήσυχο και δεν δημιουργούσε προβλήματα φέτος, αφού δυο χρονιές τώρα, όλο και σε κάποια σκανταλιά ήταν μπλεγμένος…  «Μη σκας δάσκαλε, καλύτερα ήσυχος, παρά ζιζάνιο» του είπαν, αφήνοντάς τον αποσβολωμένο να τους κοιτά. «Τα γράμματα τα παίρνει; Αυτό πες μας μόνο, για να ξέρουμε τι θα τον κάνουμε!»… Και ναι, τα έπαιρνε τα γράμματα! Μαθητής της Γ’ τάξης και είχε δίψα και γνώσεις, που θα τις ζήλευαν πολλοί μαθητές  μεγαλύτερων τάξεων!

Για τους γονείς μπορεί να ήταν αρκετό, για το δάσκαλο όμως όχι! Τι νόημα έχει, να γεμίζει γνώσεις το μυαλό ενός παιδιού, όταν η ψυχή του είναι άδεια; Γιατί άδεια έμοιαζε! Τα μάτια του πολλές φορές κοιτούσαν το κενό κι ας έδινε την εντύπωση πως αγναντεύει τη θάλασσα…

Μ’ αυτές τις σκέψεις πήγαινε κι ερχόταν στο σχολείο ο νεαρός δάσκαλος, με τις ίδιες ξεκίνησε κι εκείνο το πρωί τη γνώριμη διαδρομή. Το πρωινό αεράκι του χάιδεψε το πρόσωπο και γέμισε τα πνευμόνια του οξυγόνο. Στάθηκε για λίγο να το απολαύσει… δεν είχε τόσα  χρόνια, αυτό το προνόμιο και τώρα ένιωθε πραγματικά τυχερός που το ζούσε.
Έκλεισε τα μάτια για δευτερόλεπτα, πήρε βαθιά ανάσα και ξαφνικά άκουσε κάτι σαν κλάμα… Ένα κουτάβι έκλαιγε κουλουριασμένο και τρεμάμενο στην άκρη του στενού δρόμου. Έσκυψε και το κοίταξε καλύτερα. Παρατήρησε πως ήταν τόσο μικρό, που με το ζόρι ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Δεν μπορούσε να το αφήσει εκεί, αλλά ούτε είχε χρόνο να το πάει στο σπίτι του… Χωρίς πολλή σκέψη, αποφάσισε να το πάρει μαζί του στο σχολείο.

Μόλις πλησίασε στην αυλόπορτα είδε ότι τα πρώτα παιδιά είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους. Ανάμεσά τους και ο Σταύρος, το αγέλαστο παιδί, όπως τον είχε καταγράψει στη σκέψη του.
- Κύριε, κύριε, τι είναι αυτό που κρατάτε στην αγκαλιά σας;… τιτίβισαν και τον κύκλωσαν χαρούμενα
- Ένα κουτάβι που βρήκα στο δρόμο καθώς ερχόμουν!... απάντησε εκείνος ενώ το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς…
- Ξέρετε τι σκέφτομαι; Να το κρατήσουμε εδώ στο σχολείο και να το μεγαλώσουμε όλοι μαζί! Τι λέτε;
Ένα μακρόσυρτο «ναι» ακούστηκε από τα παιδιά, που χοροπηδούσαν ενθουσιασμένα προσπαθώντας να πάρουν σειρά για να το χαϊδέψουν.
Ο Σταύρος καθόταν παράμερα, αλλά όχι αδιάφορος για το καινούργιο μέλος της σχολικής παρέας… Δειλά, δειλά πλησίασε για να το χαϊδέψει κι εκείνος… και τότε ο δάσκαλος του πρότεινε, να είναι ο πρώτος που θα το πάρει αγκαλιά. Ένα τεράστιο, ζεστό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο του μικρού, κάνοντας το δάσκαλο να προχωρήσει στην ερώτηση, που από ώρα ετοίμαζε στο μυαλό του…
- Θέλεις να του βρεις εσύ, όνομα, Σταύρο; Και να το ταΐζεις εσύ, κάθε μεσημέρι, πριν σχολάσουμε;
- Ναι, κύριε!! Απάντησε πρόθυμα το παιδί, χωρίς να αφήνει το χαμόγελο να σβήσει από τα χείλη του!

Λίγες ώρες αργότερα, ο Σταύρος μέσα στον ενθουσιασμό του, εξήγησε στο δάσκαλο πως το καλοκαίρι, είχε χάσει τον πιστό του φίλο, το σκύλο του, από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου. Έκαναν μαζί, τη διαδρομή ως το σχολείο κάθε πρωί και γυρνούσαν μαζί πάλι, κάθε μεσημέρι στο σπίτι και ήταν για το παιδί τεράστια η απώλεια του ζώου από την ζωή του. Μάταια όλοι του έλεγαν να μη στεναχωριέται, γιατί έτσι συμβαίνει με τα σκυλιά. Εκείνος πονούσε και δεν είχε με ποιον να το μοιραστεί, αφού κανείς δεν τον καταλάβαινε…

Έτσι ξεκίνησαν δυο μεγάλες φιλίες ανάμεσα σε ένα μαθητή και ένα δάσκαλο, ανάμεσα σε ένα παιδί και ένα σκύλο. Και οι δυο κράτησαν για πάντα, κάνοντας αυτό το γκρίζο φθινοπωρινό πρωινό, το πιο φωτεινό που μπορούσαν να θυμηθούν!


Αυτή η ιστορία συμμετέχει στις "Ιστορίες του Φθινοπώρου" της καλής μου φίλης Μαρίας Νικολάου από το Κείμενο 
Μαρία, σ' ευχαριστώ πολύ για την προτροπή!



[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
26 Σχόλια