Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Blogoγειτονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Blogoγειτονιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Όνειρο ήταν...

Όνειρο ήταν...


to-e-periodiko-mas

Οι χαρούμενες φωνές έφτασαν στ’ αυτιά της σαν χάδι, ξυπνώντας τη απαλά. Χαμογέλασε, έτσι όπως είχε πολύ καιρό να χαμογελάσει. Ούτε που θυμόταν πόσο!

Άνοιξε τα μάτια της και τεντώθηκε σαν παιδί που δεν αποφάσισε ακόμα να σηκωθεί για το σχολείο. Οι φωνές εκεί, χαρούμενες, ζωντανές την καλούσαν να συμμετέχει.

Τι γίνεται; σκέφτηκε…

Άνοιξε την μπαλκονόπορτα με φόρα και όρμησε έξω… Το πρωινό φως έλουσε το δωμάτιο και το έκανε να φαίνεται τεράστιο, παρά τις ομολογουμένως μικρές του διαστάσεις.

Ο Πέρσης, όπως έλεγε τη χνουδωτή γάτα της, τυλίχτηκε γύρω από τα πόδια της για να εισπράξει τα πρωινά του χάδια. Τον πήρε στην αγκαλιά της και μαζί χάζευαν τα γύρω μπαλκόνια των πολυκατοικιών.

Όλοι χαρούμενοι, μιλούσαν, γελούσαν, τιτίβιζαν σαν τα αποδημητικά πουλιά λίγο πριν το ταξίδι.

"Καλημέρα!" είπε δειλά σε ένα νεαρό από το διπλανό μπαλκόνι… περίεργο, πρώτη φορά τον έβλεπε! Δίπλα μου μένει;... αναρωτήθηκε. Πώς δεν τον συνάντησα ποτέ ως τώρα…

"Καλημέρα", της αποκρίθηκε, έτοιμος για κουβέντα κρατώντας μια κούπα ζεστό καφέ στο χέρι του. Δεν έχουμε γνωριστεί, συνέχισε. Μένω δίπλα σας, εδώ και οχτώ μήνες.

- Αλήθεια;… δεν έτυχε να συναντηθούμε ποτέ, είπε με κάποια απορία.

- Με λένε Κώστα…

- Εμένα Νάντια… πριν την καραντίνα, δούλευα σε μια εταιρεία, γραμματέας. Πρώτη πήγαινα, τελευταία έφευγα. Μετά ήρθε ο ιός, η καραντίνα… στην αρχή δούλευα από το σπίτι, τώρα... δεν με χρειάζονται άλλο…

- Να λοιπόν, γιατί δεν συναντηθήκαμε! Εγώ είμαι μουσικός. Τα απογεύματα έκανα μαθήματα κιθάρας σε παιδιά και τα βράδια ειδικά τα σαββατοκύριακα έπαιζα σε μια μπάντα… με την καραντίνα κόπηκαν όλα, μαχαίρι. Κλείστηκα στο σπίτι και δεν έχω ούτε σκύλο να βγάλω βόλτα…

- Άλλα ωράρια, άλλος κόσμος… είπε με κάποια πίκρα. Γι’ αυτό μείναμε μακριά ο ένας από τον άλλο κι ας μην υπήρχε καραντίνα!...

Η αλήθεια είναι πως τα ζεστά μελένια μάτια του και το αστραφτερό του χαμόγελο, της άρεσαν πολύ. Αυτός ο νεαρός άντρας θα μπορούσε να είναι φίλος της, θα μπορούσε και να τον ερωτευτεί ακόμα, αν της δινόταν …η ευκαιρία. Όμως οι ρυθμοί της ζωής της, την είχαν αποκλείσει από μεγάλη ομάδα ανθρώπων. Δυο φίλες είχε όλες κι όλες, διάφορα φλερτ που τελείωναν πριν καλά - καλά αρχίσουν και τους γονείς της στο νησί, που τους έβλεπε τις γιορτές, άντε και κανένα σαββατοκύριακο.

Τι περίεργο! Μέσα σε λίγα λεπτά συνειδητοποίησε πόσο άδεια ήταν η τόσο «τακτοποιημένη» ζωή της. Αυτή, με το μοντέρνο διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, τα σινιέ ταγιεράκια που φορούσε στη δουλειά, τα lunch break με τα στελέχη της εταιρίας και το πλούσιο αφεντικό, που την πλήρωνε καλά, για να του αγοράζει ακόμα και τα δώρα για τα παιδιά του.

Όσο κι αν έψαχνε, στην καθημερινότητά της δεν υπήρχε προσωπικός χρόνος, εκτός από τις ώρες που κοιμόταν, χάιδευε το γάτο της και έδινε οδηγίες στην κυρία, που φρόντιζε το σπίτι της δύο φορές την εβδομάδα. Άντε και το χρόνο που μιλούσε με τις φίλες της στο τηλέφωνο ή συναντιόταν μαζί τους για να μοιραστούν …τις απογοητεύσεις τους.

Δεν είχε χρόνο να δει τίποτα άλλο εκτός από το πρόγραμμα της «προσωπικής της φυλακής». Αν κάτι δεν ήταν προγραμματισμένο, απλά δεν υπήρχε…

Και σήμερα, ένα χαμόγελο και δυο ζεστές κουβέντες την κάνουν να διαπιστώσει τα κενά, που άφησε να μεγαλώσουν χωρίς καν να τα βλέπει. Όλους αυτούς τους μήνες της καραντίνας, τους πέρασε διαβάζοντας και μιλώντας με τους δικούς της περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως και άρχισε να τη θεωρεί ως μια ευκαιρία να τους χορτάσει περισσότερο και να ξεκουραστεί από τις υποχρεώσεις της δουλειάς.

Πόσο θλιβερό! Να ευχαριστεί κανείς μια πανδημία για την ευκαιρία που του δίνει να κάνει όσα δεν είχε χρόνο να κάνει την εποχή της κανονικότητας. Τότε που ο καθένας αποφασίζει ο ίδιος πώς θα ξοδέψει το χρόνο του ή πως θα τον διαθέσει για να είναι ευτυχισμένος. Εκείνη τώρα συνειδητοποιούσε πως τον άφηνε να κυλά μέσα απ’ τα χέρια της, χωρίς να ελέγχει ή να προσπαθεί να ελέγξει τίποτα.

Κάθε τόσο άκουγε παράπονα, διαμαρτυρίες για το αναγκαστικό κλείσιμο στο σπίτι, ανθρώπους που έβρισκαν ένα σωρό δικαιολογίες για να παραβούν την απαγόρευση και δεν μπορούσε να το συμμεριστεί. Ανθρώπινη αντίδραση σκεφτόταν. Για κείνη όμως ήταν δώρο εξ ουρανού, ο εγκλεισμός! Ένιωθε ασφαλής μέσα στο σπίτι κι ελεύθερη να χαρεί και τις εικοσιτέσσερις ώρες της μέρας κάνοντας ό,τι την ευχαριστεί…

Και σήμερα η είδηση του τέλους της καραντίνας ήταν σαν κρύο ντους! Γυρίζουμε ξανά στη ζωή μας και στους ρυθμούς της, της είπε ο Κώστας. Κοίτα γύρω σου όλοι χαίρονται με το νέο αυτό, βγήκαν στα μπαλκόνια για να χειροκροτήσουν για τελευταία φορά… από αύριο, θα μπορούν να κυκλοφορούν, θα βγουν στους δρόμους, θα ζήσουν!

Θα ζήσουν!... πάγωσε με τη σκέψη. Πώς θα ζήσουν; Τι θα είναι όπως το άφησαν πριν από το κακό αυτό; Τόσοι νεκροί, τόσοι φτωχοί, τι θα είναι ίδιο;…

Τον κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας να κρύψει όσα κατέκλυζαν το μυαλό της…

- Δηλαδή, όλα τελείωσαν;
- Ναι! Σήμερα το πρωί ανακοινώθηκαν τα νέα! Βρέθηκε το φάρμακο, τα κρούσματα σταμάτησαν και είμαστε ξανά ελεύθεροι…

- Ελεύθεροι;… ελεύθεροι να κάνουμε τι; Να μαζέψουμε τα κομμάτια της καταστροφής ή να χτίσουμε ένα καινούργιο κόσμο;

- Και τα δύο, της είπε με χαμογελώντας σιγουριά! Στο χέρι μας είναι!... Έλα, ας ξεκινήσουμε με ένα ζεστό καφέ, κερνάω!

- Εντάξει! απάντησε πριν ακόμα εκείνος τελειώσει τη φράση του και ετοιμάστηκε να μπει ξανά στο δωμάτιο, για να τον επισκεφτεί κανονικά από την πόρτα όταν ξαφνικά… ΕΚΤΑΚΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ: Νέα μέτρα ανακοινώνονται από την κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της πανδημίας του covid – 19…

Ξύπνησε αλαφιασμένη! Όνειρο ήταν σκέφτηκε… η πανδημία, ο εγκλεισμός, η φρίκη των δελτίων ειδήσεων, όλα εδώ!!

Άνοιξε το παράθυρο… ένα υγρό αεράκι έφερνε μια ιδέα ψιλόβροχου στο πρόσωπό της. Κοίταξε γύρω, τα άδεια μπαλκόνια, τον έρημο δρόμο καθώς σκεφτόταν… αν απ΄αυτή την πανδημία δεν βγούμε καλύτεροι άνθρωποι, η φρίκη θα είναι μπροστά μας, όχι πίσω μας…

...

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στη φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #5
που οργανώνει η Mary Petrax από τη "Γήινη Ματιά"

Τη φωτογραφία επέλεξε για μένα η Αχτίδα και η υποχρεωτική λέξη ήταν Ανθρώπινη

Παραδίδω τη σκυτάλη στη Μία, με την παρακάτω φωτογραφία και τη λέξη Επικοινωνία.



[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
30 Σχόλια
Σπασμένη πυξίδα

Σπασμένη πυξίδα


"Μια ιστορία από στιχάκια" - συμμετοχή 

Photo by Ethan Hoover on Unsplash
Καταιγίδα άφησε ο Γιάννης πίσω από την κλειστή πόρτα, καταιγίδα βρήκε μέσα και μάλιστα μεγαλύτερη…

Ο Δημήτρης αποσβολωμένος, ανίκανος να διαχειριστεί αυτό που συνέβη, στεκόταν δυο βήματα από την πόρτα χωρίς να μπορεί να αποφασίσει ακόμα και την επιστροφή του στο σαλόνι.

Σαν το παιδί που το παίρνεις από το χέρι, ο Γιάννης τον οδήγησε μέχρι τον καναπέ κοντά στο τζάκι. Το άναψε με την ελπίδα να ζεστάνει το χώρο και την ψυχή του φίλου του. Οι πρώτες γλώσσες της φωτιάς άρχισαν να γλείφουν με μανία τα ξερά ξύλα και να δίνουν ένα γλυκό φως στην ατμόσφαιρα. Έξω η καταιγίδα δεν έλεγε να κοπάσει. Ο αέρας λυσσομανούσε και έστελνε τη βροχή σε ριπές πάνω σε πόρτες, παράθυρα, τοίχους…. Κάποια παραθυρόφυλλα χτυπούσαν παραδομένα στην ορμή του. Φρόντισε να τα στερεώσει για να μην κάνουν θόρυβο, λες και αυτά χαλούσαν την ηρεμία της βραδιάς.

Πέντε χρόνια τώρα, αυτό το σκηνικό είναι γνώριμο σε κείνον κάθε τέτοιο βράδυ. Τα υπόλοιπα, ο Δημήτρης κάνει πως ζει, μέσα από τη δουλειά και τις υποθέσεις που καλείται να ασχοληθεί και ο φίλος του, κάνει πως τον πιστεύει ότι τα καταφέρνει!…

Στράφηκε ξανά στο Δημήτρη.

«Ξέρω πως η βραδιά απόψε είναι δύσκολη για σένα», του είπε βάζοντας ένα ποτό και στους δυο τους. Εκείνος, δεν αντιδρά. Παίρνει μηχανικά το ποτήρι από το χέρι του Γιάννη, ψελλίζοντας «Πες μου τι ζητάς στους σταθμούς που αγάπησες, ό,τι κι αν σου πουν, οι πυξίδες δείχνουν πάντα το βοριά…» και κατεβάζει με λαχτάρα την πρώτη γουλιά. Το πρόσωπό του σφιγμένο σχεδόν παραμορφωμένο, μαρτυρά το σοκ που βίωσε λίγη ώρα πριν… ρουφά ξανά γουλιά - γουλιά το ποτό του, κοιτώντας τον πάτο του ποτηριού, λες και περίμενε εκεί, να βρει τις απαντήσεις που ψάχνει… Ο Γιάννης σα να μην υπάρχει στο χώρο! Ξαφνικά πετάγεται όρθιος και ορμά στο μπουκάλι που περιμένει καρτερικά στο τραπέζι… γεμίζει το ποτήρι και συνεχίζει το ταξίδι στις σκέψεις του χωρίς να δίνει σημασία σε τίποτα άλλο. Ο Γιάννης τον παρακολουθεί με κατανόηση.

- Εσύ, το ήξερες πως τους άρεσε αυτό το παιχνίδι; είπε μετά από κάμποση ώρα.

- Ποιο παιχνίδι, τι εννοείς; ρωτά φανερά απορημένος ο Γιάννης.

- Να παίρνει η μία τη θέση της άλλης!

- Μα τι λες; Πώς σου ήρθε κάτι τέτοιο;

- Ναι, το είχαν κάνει χωρίς να τις καταλάβω. Αφού γελούσε με τις αντιδράσεις μου η Ερατώ, μου το φανέρωνε. Δεν έδωσα σημασία. Κοριτσίστικα καμώματα, σκέφτηκα. Είναι πανομοιότυπες και διασκεδάζουν με τη σύγχυση που προκαλούν.

- Θες να πεις, πως το είχαν κάνει και σε μένα και δεν το πήρα είδηση;

- Θα μπορούσαν φίλε μου! Δεν ξέρω… δεν ξέρω τίποτα πια!

- Μα, πες μου Δημήτρη, τι συνέβη εκείνο το βράδυ; Τσακωθήκατε μου είπες, αλλά γιατί; Ποτέ δεν έμαθα, ποτέ δεν κατάλαβα…

- Αν δεν προδοθείς απ’ τα χνάρια που άφησες, δε θα λυτρωθείς να γυρίζεις στα λημέρια της πληγής… απάντησε αινιγματικά εκείνος, αφήνοντάς τον να μην ξέρει αν πρέπει να συνεχίσει ή να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια να μάθει κάτι παραπάνω.

Αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια που αντάλλαξε μαζί του, καθώς βυθίστηκε στη σιωπή ξανά.

Το μόνο που έμενε στο Γιάννη ήταν να τον πείσει να ξεκουραστεί καθώς ήδη ήταν περασμένες δώδεκα…

Έτσι, αφού τον πήγε μέχρι το δωμάτιό του, έφυγε κλείνοντας με κακή διάθεση και πολλά ερωτηματικά την πόρτα πίσω του…

Ο Δημήτρης με τη «βοήθεια» του ποτού παραδόθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα άνευ όρων. Το πρόσωπο της Ερατούς γλυκό και πανέμορφο ήταν εκεί μόλις έκλεισε τα μάτια του. Άπλωσε το χέρι να το χαϊδέψει και τότε έγινε σκληρό. Η Θάλεια πήρε τη θέση της αγαπημένης του. Γελούσε και τον καλούσε να την ακολουθήσει κι εκείνος, σαν μαγνητισμένος, τάχυνε το βήμα πίσω της…

Ήλιος και καταιγίδα μαζί! Εκεί που περπατούσε η Θάλεια, μερικά μόλις μέτρα μπροστά του, ένας ολόχρυσος ήλιος έστελνε το φως του απλόχερα… τα δικά του βήματα όμως τα εμπόδιζε κάθε τόσο και μια αστραπή και μια δυνατή, θυμωμένη βροχή!

Ένα κατάλευκο σπίτι κοντά στη θάλασσα... Η πόρτα του ανοιχτή λες και τους περίμενε και μέσα, παντού, βάζα γεμάτα με τα αγαπημένα λουλούδια της Ερατούς… κι εκείνη να προβάλει στην κορυφή της σκάλας ντυμένη στα γαλάζια όπως το χρώμα του ουρανού, όπως το χρώμα των ματιών της, να του μιλά γλυκά «Αν χαθείς ξανά στης καρδιάς το μαχαλά, κάπου εκεί κοντά, μεθυσμένη περιμένει μια σκιά…»

Θάλεια, πού είσαι, Ερατώ; Την πλησιάζει κι εκείνη γλιστρά μέσα από τα χέρια του. Στο σαλόνι, ο Γιάννης χαμογελαστός έχει στην αγκαλιά του τη Θάλεια… όχι, όχι την Ερατώ!! Θεέ μου, είναι τόσο ίδιες! Τόσο απίστευτα ίδιες! Ακόμα και το χρώμα των μαλλιών τους είναι ίδιο! Πώς νόμιζε ότι η Θάλεια είχε σκούρα μαλλιά σαν τον έβενο;… λάθος είχε τα ίδια καστανά μαλλιά της Ερατούς!...

Ποια από τις δυο είναι στην αγκαλιά του Γιάννη; Προσπαθεί να καταλάβει… η Ερασμία τον παρηγορεί στοργικά… «Ησύχασε Δημήτρη, όλα θα πάνε καλά…» κάτι του λέει ακόμα, μα η φωνή της χάνεται. «Δεν μπορώ να σ’ ακούσω Ερασμία! Τι θες να μου πεις; Μίλα πιο δυνατά!!»

Κι εκείνος ο ήχος από φρένα που στριγγλίζουν, πόσο τον αναστατώνει! «Σταματήστε αυτό το θόρυβο» φωνάζει απελπισμένος… «Κανείς δεν κοίταξε τα φρένα, Δημήτρη! Γιατί, γιατί;» Η Ερατώ τον ρωτά με παράπονο και στα μάτια της λάμπουν δυο μικρά διαμαντένια δάκρυα…

Ξυπνά λουσμένος στον ιδρώτα! Η καταιγίδα έχει πλέον κοπάσει και ο ήλιος στέλνει τις πρώτες αχτίδες να γλυκάνουν τη μέρα.

Σηκώνεται με δυσκολία. Όλο του το κορμί τον πονά, λες και ο πόνος της ψυχής απλώθηκε σε κάθε του κύτταρο. Στο κεφάλι του γυρίζουν όλες οι εικόνες της προηγούμενης βραδιάς. Ο ήχος του τηλεφώνου, τον ταράζει, δεν θέλει να απαντήσει. Δεν θέλει καν να βγει από το δωμάτιο, αλλά το χτύπημα της Ερασμίας στην πόρτα δεν του αφήνει πολλά περιθώρια…

- Καλημέρα, κ. Δημήτρη! μπαίνει χαμογελαστή πλημμυρίζοντας το χώρο με ένα λεπτό, καλαίσθητο άρωμα και κάνει να κλείσει τις βαριές κουρτίνες για να περιορίσει λίγο το άπλετο φως, που μπαίνει πια από το παράθυρο.

- Ξεχάσατε να κλείσετε τα παντζούρια, χθες …

Αδύνατο να μην προσέξει το άρωμα! Για μια στιγμή, για ένα μόνο δευτερόλεπτο, του θύμισε το άρωμα εκείνης, αλλά όχι, δεν είναι το ίδιο! Πιο πολύ του θύμιζε το άρωμα της Θάλειας! Ναι, ναι, η Θάλεια φορούσε χθες ένα άρωμα που έμοιαζε πολύ!!

- Τηλεφώνησαν από το γραφείο σας, τον έβγαλε από τις σκέψεις η Ερασμία…

- Πες τους, πως δεν θα πάω σήμερα, θα δουλέψω στο σπίτι, την έκοψε ξερά. Φέρε μου σε παρακαλώ τον καφέ στο γραφείο… ολοκλήρωσε τις οδηγίες σα να ήθελε να την ξεφορτωθεί μια ώρα γρηγορότερα.

Εκεί έμεινε όλο το πρωινό, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τα γεγονότα, τα συναισθήματά του, τα όσα βίωσε, τα όσα είδε στον ύπνο του… όλα αυτά που έκαναν τη ζωή του τόσο μουντή, τόσο αδιάφορη και ώρες – ώρες τόσο, ανυπόφορη!!

Ακόμα είχε στ’ αυτιά του τα λόγια της για τα φρένα και θυμήθηκε ξανά το κόκκινο αυτοκίνητο, που ποτέ δεν παρουσιάστηκε στην αστυνομία ο οδηγός του. Δεν ήταν ο Γιάννης! Του ζήτησε ναι, να ακολουθήσει την Ερατώ το μοιραίο βράδυ, όμως ο εκείνος αρνήθηκε! Ποιος ήταν όμως, αν δεν ήταν αυτός;

Και η Θάλεια, γιατί εμφανίστηκε χθες, έτσι ξαφνικά; Γιατί μετά από τόσα χρόνια και όχι νωρίτερα; Μπορεί να τους χώριζαν πολλά, τους ένωνε όμως η κοινή τους απώλεια! Η Ερατώ, που χάθηκε πριν προλάβει να ζήσει, πριν προλάβει να του χαρίσει ένα παιδί, που τόσο ήθελε…

Ούτε κατάλαβε πώς τα βήματά του τον οδήγησαν στον τάφο της αγαπημένης του να ξεσπά σε λυγμούς «Βάλσαμο γλυκό. Θα ΄μαι δίπλα σου εγώ, χάρτης που διψώ το μελάνι της πορείας σου να πιω…» και να αναρωτιέται «Ποια γνώρισα πραγματικά, ποια αγάπησα, ποια έχασα; Την Ερατώ ή μήπως τη Θάλεια;». Το κλάμα ενός μωρού έσκισε τη πυκνή σιωπή του κοιμητηρίου...

...

Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο διαδικτυακό δρώμενο της Κατερίνας (Pause blog) "Μια ιστορία από στιχάκια". Ευχαριστώ θερμά για την ευκαιρία και την υπέροχη εμπειρία!!


Το τραγούδι που «έντυσε» με τους στίχους την ιστορία, δίνοντάς έμφαση και ένταση, είναι το «Στα λιμάνια ανάψανε φωτιές» σε στίχους του Τάσου Μπουλμέτη, μουσική της αγαπημένης μου Ευανθίας Ρεμπούτσικα και τραγουδισμένο από την Νατάσα Θεοδωρίδου.

Μπορείτε αν θέλετε, να το ακούσετε πατώντας εδώ

Ελπίζοντας να βρήκατε ενδιαφέρον το τρίτο κεφάλαιο της ιστορίας, περιμένω με αγωνία τη συνέχεια και τα σχόλιά σας...


[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
42 Σχόλια
Φταίω κι εγώ...

Φταίω κι εγώ...


Ftaiw-ki-egw-to-e-periodiko-mas

Η Μάρα καληνύχτισε με ένα γλυκό φιλί την οχτάχρονη κόρη της, τη σκέπασε κι άναψε τη μικρή υδρόγειο σφαίρα που περιστρεφόταν σκορπώντας ένα γλυκό φως στην ατμόσφαιρα. Αυτό συντρόφευε τη μικρή όλη τη νύχτα, για να μην τρομάζει στο σκοτάδι.

Κλείνοντας την πόρτα πίσω της η έγνοια της ήταν τα συμμαζέψει, να τακτοποιήσει και να καθαρίσει, για να είναι όλα στη θέση τους την επόμενη μέρα.

Αγαπούσε πολύ αυτό το σπίτι. Κάθε γωνιά του, ήταν προσεγμένη και φροντισμένη. Ένα υπόδειγμα τάξης και καθαριότητας με ένα κήπο εξίσου περιποιημένο που νόμιζες πως ξεφύλλιζες σελίδες περιοδικού διακόσμησης! Ήθελε το καλύτερο για τους αγαπημένους της και δεν λυπόταν κόπο για να τους το προσφέρει…

Κατευθύνθηκε στο σαλόνι με το αναμμένο τζάκι και τη μεγάλη τζαμαρία, που έβλεπε στη θάλασσα. Όμως, τίποτα δεν ήταν όπως το άφησε! Το τζάκι είχε σβήσει, παγωνιά και σκοτάδι επικρατούσε στο χώρο. Ανάβοντας το φως δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που αντίκρισε! Σχισμένες κουρτίνες, τρύπια και λερωμένα τα χαλιά, τα έπιπλα διαλυμένα, οι τοίχοι γκρίζοι και βρώμικοι και η τζαμαρία, θρυμματισμένη!

Η τηλεόραση να προβάλει συνεχώς διαφημίσεις χημικών προϊόντων. Τα λουλούδια στο βάζο δίπλα της μαραμένα, νεκρά… ξαφνικά επικρατεί σκοτάδι ξανά! Προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει το φως να το ανάψει, να δει, να καταλάβει… πατά το διακόπτη και οι λάμπες εκρήγνυνται! Μόνο η τηλεόραση μένει εκεί ανεπηρέαστη να συνεχίζει να προβάλει διαφημίσεις και να σκορπά ένα απόκοσμο φως στη ζοφερή ατμόσφαιρα…

Γυρνά έντρομη στο δωμάτιο του παιδιού. Ανοίγει την πόρτα και ορμά στο κρεβάτι της μικρής. Βρίσκει στη θέση της ένα πλαστικό μωρό που επαναλαμβάνει συνεχώς «μαμά» «μαμά».

Τριγυρνά στα δωμάτια σα χαμένη. Στην κουζίνα όλα μοιάζουν τακτοποιημένα και καθαρά αλλά, από τη βρύση τρέχει ένα καφέ υγρό και τα τρόφιμα στο ψυγείο είναι πλαστικά, όπως πλαστικά έγιναν και τα φυτά στο παράθυρο! Όλα στο χώρο θυμίζουν κουκλόσπιτο! Όμορφα αλλά ψεύτικα…

Τρέχει στην εξώπορτα… η ατμόσφαιρα θολή με μια περίεργη μυρωδιά, που δυσκολεύει την αναπνοή της. Στο βάθος του ορίζοντα μια αναλαμπή δηλώνει την παρουσία πυρκαγιάς. Κοιτά ένα γύρω στην άλλοτε γεμάτη λουλούδια και φυτά αυλή. Τώρα είναι όλα πλαστικά, ακόμα και τα δέντρα!

Στρέφει το βλέμμα στον ουρανό! Γκρίζος, σχεδόν μαύρος δεν της αφήνει περιθώρια να καταλάβει αν είναι μέρα ή νύχτα… «νύχτα είναι» σκέφτεται με κάποια αμφιβολία. Οι αστραπές που σχίζουν το σκοτάδι φωτίζουν τη θάλασσα που είναι γεμάτη σκουπίδια και ψάρια νεκρά που επιπλέουν.

Πριν προλάβει να κάνει ένα ακόμα βήμα, μια δυνατή βροχή ξεσπά! Θυμωμένη αλλιώτικη βροχή! Από κείνες που λες πως ο Θεός θέλει να ξεπλύνει όλα τα κακά του σύμπαντος! Μαύρα ρυάκια σχηματίζονται στο έδαφος. Βρέχεται… τα ρούχα της αλλάζουν χρώμα, γίνονται μαύρα κι αυτά. Και τα φυτά και τα δέντρα, ας ήταν πλαστικά, γίνονται μαύρα κι αυτά!...

Δοκιμάζει να μπει ξανά στο σπίτι. Ένα νεαρό παιδί στην πόρτα, την κοιτά στα μάτια. Δεν της μιλά, το βλέμμα του όμως ρωτάει «γιατί»! Το προσπερνά μα σε κάθε της βήμα συναντά περισσότερα παιδιά, όλα με το ίδιο βλέμμα να ρωτούν «γιατί». Πλημμυρίζει το δωμάτιο νεαρά παιδιά με την ίδια ερώτηση που επαναλαμβάνεται χωρίς να ακούγεται. Όμως εκείνη τη νιώθει καθαρά στην καρδιά της…

«Γιατί»! Δεν μπορεί να απαντήσει… δεν θέλει να απαντήσει… «δεν ξέρω γιατί, μη με ρωτάτε γιατί! Εγώ, πάντα φρόντιζα να είναι όλα καθαρά, να είναι τακτοποιημένα, να…» όσο ψάχνει τρόπους να απαντήσει, τόσο τα πρόσωπα πληθαίνουν!... Κι αυτό το «γιατί» έχει μια δόση κατηγορίας…

Φταίω κι εγώ δηλαδή; Μα πώς φταίω; Δεν έκανα κάτι!...

Η τηλεόραση συνεχίζει τις διαφημίσεις για προϊόντα, για χημικά… πολλά από αυτά τα αγοράζει, τα χρησιμοποιεί.

«Αφήστε με! Φύγετε! Δεν ξέρω γιατί! Δεν ξέρω τίποτα!»... Πάγωσε και η ίδια μ’ αυτή της τη διαπίστωση! Δεν ξέρω τίποτα! Φταίω που δεν ξέρω, έπρεπε να ξέρω, έπρεπε να ρωτώ να μαθαίνω, να ενημερώνομαι! Έπρεπε να φροντίζω αλλιώς το σπίτι μου, το μεγαλύτερο σπίτι μου…

Όσο συνειδητοποιούσε και τις δικές της ευθύνες, τόσο τα πρόσωπα των παιδιών έπαιρναν έκφραση και από ψυχρά γίνονταν λυπημένα. Ένα βουβό κλάμα ακουγόταν τώρα! Σα βουητό μελισσιού, απλωνόταν από άκρη σ’ άκρη! Ένας λυγμός βγήκε από το στήθος της! Ω, Θεέ μου, τι έκανα, τι κάναμε!!...

«Μαμά, μαμά ξύπνα!!» άνοιξε τα μάτια της λουσμένη στον ιδρώτα και με απορία κοίταξε την κόρη της που προσπαθούσε να την ξυπνήσει. «Παραμιλούσες μαμά! Κι έλεγες κάτι για όξινη βροχή, για σκουπίδια, πλαστικά κι άλλα που δεν καταλάβαινα…». Αγκάλιασε το παιδί με λαχτάρα.

- Ξέρεις αγάπη μου, αυτό το όνειρο, αυτός ο εφιάλτης πες καλύτερα, με βοήθησε να καταλάβω τι κάνω λάθος! Ή μάλλον, τι δεν κάνω καθόλου…

- Τι δεν κάνεις, τι είναι αυτό που κρατάς στο χέρι σου;

- Ένα φυλλάδιο που μιλά για την καταστροφή του πλανήτη, αν δεν τον προστατεύσουμε… το πήρα για να το πετάξω!..

- Χωρίς να το διαβάσεις; ρωτά με απορία η μικρή

- Του έριξα μια ματιά, μα σκέφτηκα πως δεν είναι στο χέρι μου να κάνω κάτι…

- Η δασκάλα μας, μας είπε πως όλοι μπορούμε να κάνουμε πολλά!

- Δίκιο έχει! Το συνειδητοποίησα με τον πιο περίεργο τρόπο! Στο χέρι μας είναι όλα! Πρώτα να ενδιαφερθούμε, μετά να μάθουμε και φυσικά να αλλάξουμε τρόπο σκέψης και να βοηθήσουμε κι άλλους να κάνουν το ίδιο! Βλέπεις μωρό μου, το παρόν μας εξαρτάται από το παρελθόν, αλλά το μέλλον, είναι στα δικά μας χέρια!...

Ξάπλωσαν ξανά και οι δυο αγκαλιασμένες, ενώ η μικρή υδρόγειος εξακολουθούσε να φωτίζει με ένα γλυκό φως το δωμάτιο…
...

Με το κείμενο αυτό συμμετέχω στη Φωτο - Συγγραφική Σκυτάλη #4 που οργανώνει 
η Mary Petrax από τη Γήινη Ματιά

Παραδίδω τη σκυτάλη στη Μαρία Κανελλάκη από το Απάγκιο με τη φωτογραφία που 
ακολουθεί και την λέξη "Στόχος".

Photo by Fabe Collage on Unsplash


[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
39 Σχόλια
Το ταξίδι της αγάπης...

Το ταξίδι της αγάπης...


to-taxidi-tis-agapis

Πέρασαν ήδη δύο χρόνια από τη μέρα που η Αλεξάνδρα από το A button on the moon είχε την ιδέα να δημιουργηθεί ένα e-book με ιστορίες γύρω από τη βασική ανθρώπινη ανάγκη, που είναι το φαγητό. Το φαγητό που ενώνει τους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι, που τους χορταίνει σωματικά και ψυχικά.

Δεκαοχτώ bloggers ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα και με τις ιστορίες τους έφτιαξαν αυτό το βιβλίο με τίτλο "Αλάτι, ζάχαρη κι αλληλεγγύη", που ξεκίνησε ένα ταξίδι αγάπης. Είχε στις αποσκευές του τη διάθεση προσφοράς και όχημά του την ανταπόκριση του κόσμου, που αγοράζοντάς το, έκαναν το αντίτιμο τρόφιμα, ρούχα και είδη πρώτης ανάγκης για συνανθρώπους μας, που τα χρειάζονταν.

Προορισμός του οι λιγότερο τυχεροί από μας. Αποδέκτες του, όλοι! Η αγάπη έγινε λέξεις, οι λέξεις εικόνα και οι εικόνες ένα χέρι που δίνεται σε όποιον έχει ανάγκη! Έτσι πορεύτηκε το e-book μέχρι που ήρθε η στιγμή να τυπωθεί!

Τώρα πια μπορεί ο κάθε ένας από μας να το ξεφυλλίσει, να το διαβάσει, να το δανείσει, να το δωρίσει και μέσα από αυτό, να συνεχίσει το ταξίδι του, που όλες ελπίζουμε να είναι μεγάλο, ατελείωτο.

Η παρουσίαση του τυπωμένου βιβλίου θα γίνει στην Κόρινθο. Και από εκεί ελπίζουμε και ευχόμαστε να συνεχίσει σε όλη την Ελλάδα. Όπου υπάρχουν bloggers, όπου υπάρχει ανάγκη, όπου υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν.

Τη Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019 στις 7 μ.μ. στο Συναυλιακό χώρο "Μαρία Δημητριάδη" (Αδειμάντου 12 - 20100 Κόρινθος) θα γίνει η πρώτη παρουσίαση μαζί με τα βιντεάκια των blogger που συμμετέχουν σ' αυτό. Την εκδήλωση οργανώνει το Blogaki και τα έσοδα της πρώτης παρουσίασης του βιβλίου θα δοθούν στο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Κορίνθου.

Αν θέλετε να παρουσιαστεί και στη δική σας πόλη, επικοινωνήστε με το Blogaki στο blogandsolidarity@gmail.com ή στο womaninblog@gmail.com.

 Τα έσοδα της παρουσίασης θα πάνε εκεί, που εσείς θα επιλέξετε.
Βοηθήστε το ταξίδι της αγάπης να φτάσει όσο πιο μακριά γίνεται!


[ Διαβάστε περισσότερα ]
to e-periodiko mas
16 Σχόλια